Συγκεντρωτικά και Αποκεντρωτικά Εκπαιδευτικά Συστήματα στην Ευρώπη του 19ου Αιώνα - Σχέση Οικονομίας και εκπαίδευσης.

>> Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ- ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΟΥ 19ον ΑΙΏΝΑ.

Ο 19ος αιώνας (όπως και οι αρχές του 20ου ) θα αποτελέσουν για την Ευρώπη την περίοδο εδραίωσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτού του είδους οι σχέσεις παραγωγής σύντομα θα δημιουργήσουν οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές εντάσεις που θα σημαδέψουν κυρίως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Οι εντάσεις αυτές θα αναγκάσουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να απευθύνουν την πολιτική τους σε όλο και πιο διευρυνόμενες μάζες, σε μια προσπάθεια άμβλυνσης των αντιθέσεων μέσω της ενίσχυσης της εθνικής συνοχής. Ένας λοιπόν από τους κύριους ρόλους που θα κληθεί να διαδραματίσει η εκπαίδευση, είναι η δημιουργία και η ενίσχυση του αισθήματος του «συνανήκειν».
Αξίζει να σημειώσουμε ότι την περίοδο αυτή τα κράτη γίνονται ολοένα και πιο ισχυρά. Η δυνατότητα τους να επιβάλουν εθνικό σύστημα φορολόγησης, τους δίνει την δυνατότητα να έχουν την οικονομική ευχέρεια να επιβάλουν τις όποιες αλλαγές προωθούν.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο το οποίο πρέπει να λάβουμε υπ όψιν μας είναι το γεγονός της απομάκρυνσης της (παραγωγικής τουλάχιστον) γνώσης από τον τόπο εργασίας. Μέχρι τότε ο εργαζόμενος- τεχνίτης ελάμβανε την απαραίτητη γνώση στον τόπο δουλειάς του. Οι νέες παραγωγικές διαδικασίες δεν απαιτούν από τον εργαζόμενο κάποια ιδιαίτερη γνώση. Έτσι η παραγωγική γνώση μεταφέρεται από τον τόπο δουλειάς στο εκπαιδευτικό ίδρυμα και μόνο από κει παρέχεται. Δημιουργείται έτσι μια ιεραρχική πυραμίδα. Ελάχιστοι είναι εκείνοι οι οποίοι κατέχουν τη γνώση και άρα σκέπτονται και αποφασίζουν. Οι υπόλοιποι πρέπει απλώς να επιδεικνύουν πειθαρχία, αφοσίωση, πίστη στα εθνικά ιδεώδη. Το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν αυτό που θα αναλάμβανε να προσδώσει στους νέους τις παραπάνω αξίες, να τους κάνει δηλαδή να αντιληφθούν τον ταξικό τους ρόλο. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα χρησιμοποιηθούν είτε έμμεσοι τρόποι (π.χ ο τρόπος οργάνωσης της σχολικής ζωής), είτε άμεσοι όπως για παράδειγμα το «κοσκίνισμα» των μαθητών με το σύστημα των αλλεπάλληλων βαθμίδων εκπαίδευσης.

 ΓΑΛΛΙΑ : Ένα συγκεντρωτικό εκπαιδευτικά σύστημα.

Οι απολυταρχικοί ηγεμόνες, προκειμένου να ενισχύσουν την θέση τους απέναντι στην εκκλησία και την αριστοκρατία, επεδίωκαν πάντα την ανάπτυξη εθνικού συναισθήματος μέσω της ανάπτυξης των γραμμάτων, των τεχνών, και της επιστήμης. Αυτό θα πράξει και ο Ναπολέων με τα διατάγματα που θα εκδώσει το 1806 και το 1808, με τα οποία θα καταστήσει την εκπαίδευση κρατικό μονοπώλιο. Με το διάταγμα του 1808 θα θεσμοθετηθεί ένας άκρως συγκεντρωτικός μηχανισμός, το Πανεπιστήμιο της Γαλλίας, με σκοπό να ελέγχει κατά τρόπο ασφυκτικό την εκπαιδευτική διαδικασία. Ο σχολικός κώδικας τον οποίο θα επιβάλει το Πανεπιστήμιο θα επιδιώξει τη χειραγώγηση των νέων μέσω του μιλιταριστικού τρόπου οργάνωσης του σχολείου αλλά και του τρόπου ελέγχου και λογοκρισίας της ίδιας της γνώσης [1] . Το 1833 ο Γκιγιόμ Γκιζό θα εκδώσει τον πρώτο νόμο για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Γα σχολεία θα χωριστούν σε «πρωτοβάθμια» και «υψηλά πρωτοβάθμια». Τα πρώτα προορίζονταν για τον λαό και τα δεύτερα για τους γόνους της αστικής τάξης. Από τότε μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η γαλλική εκπαίδευση θα παραμείνει στάσιμη.
Εν τω μεταξύ η οικονομική ύφεση που θα εμφανιστεί στην Ευρώπη την περίοδο 1837- 1895 θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην αναμόρφωση της παιδείας σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και στην Γαλλία με την οποία ασχολούμεθα στο παρών κεφάλαιο. Τα εργατικά στρώματα θα δεχθούν ισχυρές οικονομικές πιέσεις, έτσι θα εντείνουν τις διεκδικήσεις τους για μία καλύτερη μόρφωση ελπίζοντας σε μια επαγγελματική ανέλιξη σε υψηλότερες παραγωγικές βαθμίδες. Το 1879 υπουργός παιδείας θα αναλάβει ο Ζυλ Φερύ. Η απάντηση του Φερύ στις εργατικές διεκδικήσεις ήταν η προσπάθεια αναμόρφωσης του Γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ο Φερύ θα αποδεχθεί την υπό όρους λειτουργία των ιδιωτικών σχολείων [2] . Από την άλλη πλευρά θα αναβαθμίσει και θα διευρύνει την στοιχειώδη εκπαίδευση καταργώντας τα δίδακτρα και επαναλειτουργώντας τα ανώτερα πρωτοβάθμια σχολεία. Τέλος θα καθιερώσει διό νόμου την υποχρεωτική σχολική παρακολούθηση των παιδιών. Η αναβάθμιση της παιδείας θα επεκταθεί και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η ύλη των λυκείων θα εμπλουτιστεί και με την τεχνική και επιστημονική γνώση πέραν της κλασσικής και θεωρητικής. Από την άλλη πλευρά αξίζει να σημειωθεί ότι επί των ημερών του Φερύ το σχολείο θα αποκτήσει καθαρά κοσμικό χαρακτήρα με την απαγόρευση της διδασκαλίας των θρησκευτικών.
Σε γενικές γραμμές το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα ακολούθησε την πορεία της ίδιας της Γαλλικής επανάστασης. Απετέλεσε προϊόν των συγκρούσεων, δικαιώνοντας εν μέρει τα επαναστατικά αιτήματα. Από την άλλη πλευρά όμως, η άρχουσα τάξη, χρησιμοποίησε την εκπαίδευση για να προασπίσει τα συμφέροντα της. Έτσι λοιπόν ενώ καθιερώθηκε η δημόσια υποχρεωτική δωρεάν παιδεία, από την άλλη πλευρά η διάρθρωση των εκπαιδευτικών βαθμίδων ευνοούσε τους προερχόμενους από τις οικονομικά εύρωστες τάξεις [3] . Μόλις τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα αρχίζει να φαίνεται κάποιας μορφής υπέρβαση των ταξικών φραγμών όσον αφορά τη συμμετοχή των Γάλλων στις υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες.


 ΤΑ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΤΙΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ - ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ

.
Το εκπαιδευτικό σύστημα της Βρετανίας παρουσιάζει σημαντικές διαφορές τόσο με το σύστημα της Γαλλίας, που εξετάσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, όσο και με τα εκπαιδευτικά συστήματα των άλλων χωρών. Όσον αφορά τον τρόπο οργάνωσης του το Βρετανικό σύστημα θα τοποθετηθεί μεταξύ των αποκεντρωτικών εκπαιδευτικών συστημάτων μιας και δεν υπάρχει κάποιο κεντρικό όργανο το οποίο να ελέγχει τον τρόπο λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο θα λέγαμε ότι το κράτος αδιαφορεί ή και εκφράζει αμφιβολίες για την αναγκαιότητα της εκπαίδευσης των μαζών. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόλις το 1870 θα θεσπιστεί για πρώτη φορά νόμος που να θέτει την εκπαίδευση υπό κρατική μεριμνά. Η κρατική αυτή μέριμνα εκφράστηκε με ένα αποκεντρωμένο σύστημα το οποίο δικαιοδοτουσε τις τοπικές δημοτικές αρχές για την οργάνωση και χρηματοδότηση της παιδείας.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα η Βρετανία αποτελεί την πιό προηγμένη βιομηχανικά χώρα της Ευρώπης. Η βιομηχανική ανάπτυξη είχε επιτευχθεί χωρίς την άμεση κρατική παρέμβαση και έδινε την εντύπωση στους Αγγλους ότι θα ήταν αέναη. Ένα σημαντικό στοιχείο για την ιστορία της αγγλικής εκπαίδευσης είναι το γεγονός ότι η παροχή της γνώσης ( πριν την βιομηχανική επανάσταση) συντελείτο μέσα στο ίδιο το επάγγελμα και όχι σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Ο τρόπος αυτός εκπαίδευσης τροφοδότησε την βιομηχανία με μηχανικούς, τεχνίτες, επιχειρηματίες. Ουσιαστικά η οικονομική ανάπτυξη ήταν αποσυνδεδεμένη από ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα γεγονός το οποίο έδινε ένα επιπλέον έρεισμα στην επικράτηση (μερκαντιλιστικών) απόψεων περί της μη κρατικής παρέμβασης στην ζωή των πολιτών. Οι απόψεις αυτές εκτός των άλλων έκρυβαν και τους φόβους της βιομηχανικής αστικής τάξης απέναντι σε ένα μορφωμένο προλεταριάτο.
Θέλοντας να συνδέσουμε την εκπαίδευση με τις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στη Βρετανία θα πρέπει να επιμείνουμε στον ταξικό χαρακτήρα της βρετανικής εκπαίδευσης αυτής της περιόδου.

α) Εκπαίδευση νια τις μεσαίες και ανώτερες τάξεις.
Κατά τις αρχές του 19ου αιώνα συνεχίζουν τη λειτουργία τους, σχολεία τα οποία απευθύνονται (λόγω οικονομικών ή γνωστικών απαιτήσεων) στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις. Τα σχολεία αυτά (grammar schools, Public schools) σκοπό είχαν την τροφοδοσία των πανεπιστημίων με τους γόνους των οικονομικά ισχυρότερων τάξεων και οι οποίοι με την σειρά τους επάνδρωναν την αυτοκρατορία σε υψηλές διοικητικές θέσεις και εδραστηριοποιούντο σαν στελέχη της πολιτικής ή του χρηματιστηριακού συστήματος. Τα σχολεία αυτά είχαν και την επιπλέον αποστολή της διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης μέσω της καλλιέργειας της αγάπης προς την πατρίδα και του χαρακτήρα του gentleman. Πολύ σπάνια στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία ελάμβαναν μέρος και «ικανά» παιδιά από τις κατώτερες τάξεις.


β) Η εκπαίδευση για τις μάζες,
Όπως στις περισσότερες χώρες έτσι και στην Αγγλία η παιδεία των αρχών του Ι9ου αιώνα βρίσκονταν στα χέρια της εκκλησίας και της οικογένειας. Τα σχολεία που απευθύνονταν στις μάζες ήταν εντελώς υποβαθμισμένα. Όμως η μεγάλη συμμετοχή σε τέτοιου είδους σχολεία (όπου τα μεγαλύτερα παιδιά δίδασκαν τα μικρότερα) έδινε την αίσθηση αλλά και το επιχείρημα της μη αναγκαιότητας ενός κεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος. Παρ όλα αυτά, μερικά βήματα κοινωνικής μέριμνας θα παρατηρηθούν ακόμη και από τις αρχές του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «νόμου του εργοστασίου» [4] ο οποίος παρά την προσπάθεια κατάργησης του στην πράξη από τους εργοδότες (σταμάτησαν την πρόσληψη παιδιών), θα αποτελέσει ένα πρώτο βήμα κρατικής μέριμνας. Από την άλλη πλευρά το σύστημα της αμοιβής του δασκάλου σύμφωνα με το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα (δηλ. αριθμός μαθητών και επιτυχία σε υποτυπώδεις εξετάσεις) θα εκφράσει με τον καλύτερο τρόπο την αδιαφορία του βρετανικού κράτους για την διαμόρφωση εκπαιδευτικής πολιτικής. Μόλις το 1870 (όπως ήδη έχουμε αναφέρει) θα θεσπιστεί ο πρώτος νόμος που θα θέτει την εκπαίδευση υπό κρατική μέριμνα και το 1891 προβλεφθεί δια νόμου η ίδρυση δημόσιων δωρεάν σχολείων. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του τρόπου που αντιλαμβάνονταν η Βρετανία την εκπαίδευση είναι η προτίμηση αλλά και η κρατική ενίσχυση που παρείχε προς τον ιδιωτικό εκπαιδευτικό τομέα.
Καταλήγοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι παρά τις προσπάθειες των κυρίαρχων τάξεων να επιβάλουν τους δικούς τους όρους στην εκπαίδευση, η Αγγλία δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τις αλλαγές που συνέβαιναν γύρω της. Οι πρόοδοι που σημείωναν κυρίως οι Γερμανοί, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί, στον τομέα της εθνικής εκπαίδευσης ανάγκασαν την βρετανική πολιτεία να επιδείξει ενδιαφέρον. Έτσι λοιπόν η εθνική εκπαίδευση αρχίζει (έστω και στις αρχές του 20ου αιώνα) να αποτελεί γεγονός και για την Βρετανία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας εμφάνισης δυο πολύ σημαντικών φαινομένων για την Ευρωπαϊκή ιστορία. Είναι αφ ενός ο αιώνας εμφάνισης του εθνικισμού, αφ ετέρου δε ο αιώνας διαμόρφωσης τόσο της βιομηχανικής αστικής τάξης όσο και του βιομηχανικού προλεταριάτου. Οι κυρίαρχες οικονομικά τάξεις, οι οποίες και ελέγχουν τους κρατικούς μηχανισμούς, θα επιχειρήσουν να αμβλύνουν τις εντάσεις που δημιούργησαν οι οικονομικές ανισότητες. Σαν όπλο θα χρησιμοποιηθεί η δημιουργία εθνικής συνείδησης η οποία θα υπερκάλυπτε τη ταξική. Τον ρόλο της ανάπτυξης εθνικής συνείδησης των νέων θα αναλάβει η εκπαίδευση. Από την άλλη πλευρά τα κράτη άλλοτε ελέγχοντας ασφυκτικά και άλλοτε αδιαφορώντας και υποβαθμίζοντας τα σχολεία που προορίζονταν για τις μάζες, προσπάθησαν να διατηρήσουν το (επωφελές για τις κυρίαρχες τάξεις) κοινωνικοοικονομικό status. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι όπως και οι υπόλοιποι κοινωνικοί θεσμοί έτσι και ο θεσμός της εκπαίδευσης θα ακολουθήσει την πορεία διαμόρφωσης της νεωτερικής κοινωνίας, έτσι όπως εξελίσσεται μέσα από τις συγκρούσεις, τις εντάσεις, τις συμφωνίες κ.τ.λ. Έτσι από τις αρχές του 20ου αιώνα θα αρχίσει σταδιακά κάποια προσπάθεια διεύρυνσης της συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από αναμορφώσεις των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων.

 

[1] Edward Power,  Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΕΑΠ. Πάτρα, σελ.301

[2] Κ. ΓΑΓΑΝΑΚΗ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα 1999. σελ. 277

[3] Η διατήρηση πτων κολλεγίων και των λυκείων δυσκόλευε την πρόσβαση των οικονομικά ασθενέστερων μιας και τα σχολεία αυτά χρέωναν δίδακτρα.
 
[4] Γ.ΓΚΟΤΣΗΣ, Λ. ΣΥΡΙΑΤΟΥ, Δύο θεσμοί Διαμορφωτές του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, ΕΑΠ. Πάτρα 2001, σελ. 152



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


1) Edward Power, Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΜΑΘΗΣΗΣ. ΕΑΠ. Πάτρα
2) Κ. ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα 1999
3) Γ.ΓΚΟΤΣHΣ, Α. ΣΥΡΪΑΤΟΥ, Δύο θεσμοί Διαμορφωτές του Ευρωπαϊκού
Πολιτισμού. ΕΑΠ. Πάτρα 20

Read more...

Τα όρια της Φεουδαλικής οικονομίας - Οι εξεγέρσεις του Μεσαίωνα.

>> Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

«Η τύχη μου ήταν να ζήσω μέσα σε μια καταιγίδα

Ποικίλων περιστάσεων αναταραχής

Για σας… μια καλύτερη εποχή έρχεται

Οι απόγονοί μας – αφού το σκοτάδι διαλυθεί –

Μπορούν να επιστρέψουν στην παλιά λαμπρότητα»




Με αυτά τα λόγια θα περιγράψει, τη δεκαετία του 1340 ο Πετράρχης. Την εποχή του. Θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τις δομές των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, ενώ πλησιάζουμε προς το τέλος του Μεσαίωνα.


Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζονται οι συνθήκες που επικρατούν πριν αλλά και που οδηγούν στις μεγάλες εξεγέρσεις του 14ου αιώνα. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τρεις από τις εξεγέρσεις αυτής της περιόδου , με σκοπό να γίνουν εμφανείς οι, διαφορετικοί μεταξύ τους, παράγοντες που οδηγούν σ΄ αυτές. Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην περίοδο μετά τις εξεγέρσεις.




1)Η προ των εξεγέρσεων περίοδος.



Ήδη από τον 9ο αιώνα γίνεται ορατή η μετάβαση από την μοναρχική στη φεουδαλική κοινωνία. Η παλιά μοναρχική επικράτεια αρχίζει να αποσυντίθεται και στη θέση της να αναφύονται τοπικοί πυρήνες εξουσίας με έντονο τοπικιστικό χαρακτήρα. Φορείς των τοπικών εξουσιών είναι πλέον οι τοπικοί αριστοκράτες οι οποίοι αυτονομούνται από τον μονάρχη και οργανώνουν την επικράτειά τους κατά τα πρότυπα του παλαιού βασιλείου. Στο κοινωνικό επίπεδο παρατηρείται ένας ανελαστικός τριμερής διαχωρισμός της κοινωνίας. Από την μία πλευρά υπάρχουν οι άρχουσες ομάδες των πολεμιστών και των ιερέων οι οποίες υπηρετούνται αλλά και επιβιώνουν (παρασιτικά) χάρη στην τρίτη κοινωνική ομάδα, την ομάδα των εργαζομένων. Πάντως μέχρι και τον 14ο αιώνα, οπότε και οριοθετείται η κρίση του φεουδαλικού συστήματος, η κοινωνική συνοχή διατηρείται κυρίως χάρη στη νομιμοποίηση που παρέχει στο σύστημα η εκκλησία καθώς και στη νέα αντίληψη για τον πόλεμο όπου σχεδόν ποινικοποιείται η ανεξέλεγκτη στρατιωτική βία στο εσωτερικό και ο πόλεμος εξάγεται πλέον με τη μορφή κυρίως των σταυροφοριών (Γαγανάκης 1999, Σελ. 41-42). Θεσμοί όπως της «Ειρήνης του Θεού» αν και ουσιαστικά πρόκειται για τεχνάσματα διατήρησης του κοινωνικού status, εν τούτοις παρέχουν μία στοιχειώδη αίσθηση ασφάλειας στα κατώτερα στρώματα.



Παρά τα σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα μέχρι τον 14ο αιώνα φαίνεται να επικρατεί μία σχετική κοινωνική ομαλότης. Ο 14ος αιώνας όμως θα επιφυλάξει πολλά δεινά για την Μεσαιωνική κοινωνία. Ο E. Burns ( E.Burns 1983, σελ. 15) αναφέρει ότι: « αν και ο κυρίως Μεσαίωνας ήταν «εποχή συμποσίων», η τελευταία περίοδος του Μεσαίωνα ήταν «εποχή πείνας»». Πράγματι στα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα του 13ου αιώνα έρχονται να προστεθούν συνεχή κτυπήματα από οικολογικές μεταβολές, θεομηνίες αλλά και πολέμους. Τα προβλήματα που δημιουργούνται είναι αυτά που θα επιταχύνουν τις αγροτικές εξεγέρσεις του 14ου αιώνα, στις οποίες θα αναφερθούμε σε επόμενο κεφάλαιο. Καλό θα είναι σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε αναλυτικά στους παράγοντες εκείνους που οδηγούν στην κρίση του φεουδαλικού συστήματος.



α) Τα πολιτικά προβλήματα



Σύμφωνα με τον David N., οι πολιτικές συνθήκες θα συμβάλουν καθοριστικά στην οικονομική κρίση του τέλους του Μεσαίωνα. Στην προσπάθειά τους να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις των πολέμων τους οποίους κηρύσσουν, οι διάφοροι μονάρχες είτε υποτιμούν το νόμισμά τους είτε κηρύσσουν οικονομικούς πολέμους (David N. 2000, σελ. 571) με άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών των προϊόντων. Από την άλλη πλευρά ο αγροτικός πληθυσμός δυσκολεύεται να ξεχωρίσει αν οι συνέπειες του πολέμου είναι μεγαλύτερες από τις συνέπειες της ειρήνης, μιας και κατά τις περιόδους μεταξύ των πολέμων, μισθοφόροι οι οποίοι έμεναν άνεργοι, συγκροτούσαν ομάδες οι οποίες λεηλατούσαν τον ανυπεράσπιστο αγροτικό πληθυσμό. Στις καταστροφές αυτές έρχονται να προστεθούν και οι υψηλές φορολογίες τόσο από τους βασιλείς όσο και από τον Πάπα.



β) Τα οικολογικά προβλήματα.



Ωστόσο οι ρίζες του οικονομικού προβλήματος δεν είναι τόσο πολιτικές όσο οικολογικές. Η αγροτική επέκταση έχει φτάσει στα όριά της. Τα εδάφη που εκχερσώνονται κατά τον 13ο αιώνα αποδεικνύονται ακατάλληλα. Σε συνδυασμό με την δημογραφική αύξηση που εξακολουθεί να παρατηρείται, η ζήτηση κατάλληλης γης αυξάνεται και οι τιμές των ενοικίων μεγαλώνουν. Οι μικροαγρότες βρίσκονται υποχρεωμένοι στους ευγενείς. Ο αγροτικός πληθυσμός λοιπόν αρχίζει τώρα να μειώνεται καθώς πολλοί αγρότες ζητούν καταφύγιο στις πόλεις, όπου όμως οι οργανωμένες συντεχνίες των τεχνιτών, προκειμένου να προστατέψουν το εισόδημά τους χρησιμοποιούν τέτοιες ασφαλιστικές δικλείδες που δυσκολεύουν την ανεύρεση μεροκάματου. Έτσι η φτώχια γίνεται σοβαρότατο πρόβλημα και για τις πόλεις. Σ΄ όλα αυτά έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα από την επιδείνωση του κλίματος. Οι ξηρασίες αρχίζουν να διαδέχονται τις πλημμύρες, ολόκληρες σοδειές καταστρέφονται, οι τιμές των σιτηρών φτάνουν στα ύψη. Η σιτοδεία που ακολουθεί οδηγεί τα κατώτερα στρώματα στον υποσιτισμό και τα κάνει ανίκανα να ανταπεξέλθουν στις επερχόμενες επιδημίες.



γ) Ο Μαύρος Θάνατος



Το 1347, τα Γενοβέζικα πλοία που προέρχονται από τη Μαύρη Θάλασσα και ξεφορτώνουν στη Σικελία μεταφέρουν την φοβερή πανώλη στην Ευρώπη. Μέσα σε δύο χρόνια η ασθένεια εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η επιδημία υποχωρεί για λίγο και κατόπιν επανέρχεται ακολουθούμενη από άλλες επιδημίες γρίπης, τύφου ή κοκίτη. Μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα η Ευρώπη χάνει το 1/3 με 1/4 του πληθυσμού της (Berstein- Milza 1997, Σελ. 225). ¨όπως ήταν φυσικό η επιδημίες έπληξαν κυρίως τα ασθενέστερα στρώματα με αποτέλεσμα να μειωθούν τα εργατικά χέρια. Έτσι η αγροτική παραγωγή μειώνεται αφού όσοι γλίτωναν το θάνατο εγκατέλειπαν τη δουλειά τους και φρόντιζαν να απομακρυνθούν από άλλους ανθρώπους. Οι πόλεις ερημώνονται και τα κτίρια αρχίζουν να καταρρέουν από έλλειψη συντήρησης. Τα βασικά αγαθά γίνονται όλο και πιο σπάνια.






2) ΟΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ



Μέσα λοιπόν σε αυτές τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες θα ξεσπάσουν οι αγροτικές εξεγέρσεις του 14ου αιώνα. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε τρεις εκ των κυριοτέρων.



α) Η Γαλλική Jacquerie (ζακερί)



Είναι η μόνη από τις μεγάλες εξεγέρσεις της οποίας οι ρίζες πρέπει να αναζητηθούν στην τρομερή φτώχεια της εποχής. Ήδη από το 1348 ο Μαύρος Θάνατος έχει επιφέρει σοβαρά κτυπήματα στην οικονομία και τρόμο στους ανθρώπους. Σαν να μην έφτανε αυτό ξεσπά και ο αγγλογαλικός πόλεμος. Το 1356 οι Άγγλοι συλλαμβάνουν αιχμάλωτο το Γάλλο βασιλιά Ιωάννη Β΄ και πολλούς ευγενείς. Τα υπέρογκα λύτρα που ζητούν, καλούνται να τα πληρώσουν οι εξαθλιωμένοι αγρότες. Το 1358 οι χωρικοί έχουν εξαντλήσει τα όρια της αντοχής τους. Εξεγείρονται με τρομερή μανία και καταστρέφουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Η εξέγερση διαρκεί ένα μήνα. Εν τω μεταξύ οι προνομιούχες τάξεις ανασυντάσσονται και πνίγουν στο αίμα την εξέγερση. Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι πέραν της οικονομικής εξαθλίωσης, την περίοδο αυτή επικρατεί και πολιτική αστάθεια στη Γαλλία (Ο βασιλιάς αιχμάλωτος μακριά, αριστοκρατικές φατρίες να συνωμοτούν για την κατάληψη της εξουσίας, ομάδες αστών να προσπαθούν να αναμορφώσουν το κυβερνητικό σύστημα.). Ο E. Burns (Burns 1983,σελ. 24) αναφέρει ότι φαίνεται μάλλον απίθανο και εξεγείρονταν οι αγρότες αν δεν ήλπιζαν να εκμεταλλευτούν την υπάρχουσα πολιτική αστάθεια.



β) Η εξέγερση των Άγγλων αγροτών



Η εξέγερση των Άγγλων αγροτών το 1381, γίνεται κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Σύμφωνα με τον Burns (Burns 1983,σελ. 24) τα αποτελέσματα του «Μαύρου Θανάτου» θα πρέπει να έχουν αρχίσει να λειτουργούν υπέρ των επιζώντων. Η έλλειψη εργατικών χεριών θα δημιουργούσε καλές αμοιβές αλλά και αύξηση στην απελευθέρωση των δουλοπάροικων. Όμως οι αριστοκράτες, με νομικό τρόπο θα επιτύχουν την καθήλωση των ημερομισθίων. Οι αγρότες δεν είναι διατεθειμένοι να επανέλθουν στις, προ των επιδημιών, συνθήκες φτώχειας. Έτσι λοιπόν, με αφορμή την προσπάθεια επιβολής κεφαλικού φόρου από το αγγλικό κράτος, οι αγρότες εξεγείρονται. Και αυτή η εξέγερση οδηγήθηκες σε αποτυχία μετά από την δολοφονία του ηγέτη της Wat Tyler και την εξαπάτηση των αγροτών από τον δεκαπεντάχρονο βασιλιά Ριχάρδο Β΄.



γ) Η εξέγερση των Ciompi (Τσιόμπι)



Οι εξεγέρσεις του 14ου αιώνα μεταφέρονται, από την αγροτική ύπαιθρο και στα αστικά κέντρα. Έτσι το 1378 εξεγείρονται οι Φλωρεντίνοι εργάτες εριουργίας (Τσιόμπι). Ο ξεσηκωμός των Τσιόμπι είναι το πλησιέστερο ανάλογο μιας προλεταριακής εξέγερσης ( Burns 1983, σελ. 26). Παρότι οι εξεγέρσεις ξεκινούν από ομάδες πατρικίων (με διαφορετικές πολιτικές βλέψεις) εν τούτοις πολύ σύντομα συμμετέχουν και οι κατώτερες τάξεις των πληβείων οι οποίες και κατακτούν την εξουσία για έξι εβδομάδες. Τελικά όμως μια ολιγαρχική κυβέρνηση που αναλαμβάνει καταργεί όλες τις μεταρρυθμίσεις που είχαν επιτευχθεί.




3) ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ



«Η φεουδαρχική τάξη πραγμάτων στην ύπαιθρο, αλλά και η μονοπώληση της αστικής εξουσίας από τους πατρικίους, αμφισβητήθηκαν μαζικά από οργανωμένες εξεγέρσεις πληβείων» ( Γαγανάκης 1999, Σελ 82.)

Πρέπει να σημειώσουμε ότι κάποιοι ιστορικοί έχουν διαφορετική προσέγγιση. Ο Burns (Burns 1983, σελ. 26) αναφέρει ότι το να θεωρούνται τα γεγονότα σαν εξεγέρσεις εκμεταλλευόμενων προλεταρίων είναι μάλλον υπερβολική απλοποίηση. Ο David N. (David N. 2000, σελ. 590) αναφέρει ότι μάλλον δεν έχουμε ένα ταξικό κοινωνικό πόλεμο μιας και στις περισσότερες περιπτώσεις άλλοι παράγοντες ήταν καθοριστικοί και όχι ο ανταγωνισμός μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Παρ΄ όλα αυτά πάντως το σίγουρο είναι ότι πολλές από τις εξεγέρσεις ίσως να μην είχαν γίνει αν δεν υπήρχε η κοινωνική ανισότητα που είχε δημιουργήσει η παρατεταμένη οικονομική κρίση (Burns 1983, Σελ 27). Εκείνο που πρέπει επίσης να σημειώσουμε είναι ότι οι περισσότερες των εξεγέρσεων (ειδικά οι γνήσιες εξεγέρσεις των κατώτερων ομάδων) απέτυχαν πολύ γρήγορα, Ο λόγος βέβαια ήταν ότι, οι ασκούσες την εξουσία τάξεις, είχαν τα μέσα για να υποστηρίξουν την εξουσία τους και να καταστείλουν τις εξεγέρσεις.



Εκείνο πάντως που έχει σημασία είναι ότι οι εξεγέρσεις αποτελούν συστατικό στοιχείο (αλλά και έκφραση) της κρίσης του 14ου και 15ου αιώνα. Πέρα όμως απ΄ αυτό αρχίζει να αλλάζει η μορφή τόσο της κοινωνίας όσο και της οικονομίας. Το εμπόριο αρχίζει να αναδεικνύεται σαν ο κινητήριος μοχλός της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι πλωτοί ποταμοί της Ευρώπης εξακολουθούν να αποτελούν ένα σημαντικό δίκτυο συναλλαγών. Παράλληλα (στην Ιταλία κυρίως) αρχίζει να αναπτύσσεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ανάγκη για την εξυπηρέτηση των εμπορικών συναλλαγών, την υπεράσπιση των συμφερόντων των εμπόρων αλλά και την ασφάλεια της διακίνησης, επιβάλει τη δημιουργία νέων θεσμών. Τέτοιες ήταν οι «Χάνσες», εμπορικές ενώσεις δηλαδή μεταξύ εμπορικών αστικών κέντρων με θεσμική υπόσταση και με προορισμό την εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων. Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι η οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας περιόδου του Μεσαίωνα μεταφέρεται στον αστικό χώρο, ο οποίος πάντως και σε αυτή την περίοδο δεν ξεπερνά το 15% με 20% του συνόλου της κοινωνίας. Το σημαντικότερο από τα προβλήματα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι αστικές κοινότητες είναι το διογκούμενο πρόβλημα της φτώχειας. Οι αρχές θα προσπαθήσουν να λύσουν το πρόβλημα με διάφορα διοικητικά μέτρα όπως π.χ. την απαγόρευση της εσωτερικής μετανάστευσης. Σημασία έχει ότι την περίοδο αυτή η έννοια της φτώχειας επαναπροσδιορίζεται. Αρχίζει να γίνεται διάκριση μεταξύ των φτωχών που είναι ανίκανοι για εργασία και άρα δικαιούνται περίθαλψης και φτωχών ικανών για εργασία οι οποίοι δεν δικαιούνται περίθαλψης αλλά είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται. Από την άλλη πλευρά υπάρχει έντονο το στοιχείο της αυτοσυνειδησίας μεταξύ των φτωχών. Τώρα πλέον αντιλαμβάνονται ότι η φτώχια είναι μία πραγματικότητα που αφορά την πλειοψηφία της κοινωνίας και όχι, όπως πίστευαν οι αριστοκράτες, μία οκνηρή μειοψηφία (Γαγανάκης 1999, Σελ. 88).



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ



«Οι αλλαγές που σημειώθηκαν κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της «μεσαιωνικής» περιόδου ήταν τέτοιας κλίμακας, που ορισμένοι ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι το έτος 1300, και όχι το 1500, που συνήθως χρησιμοποιείται, σηματοδοτεί κατ΄ ουσίαν την έναρξη της «σύγχρονης εποχής» (David N. 2000, σελ. 569.)

Πράγματι στα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα του 13ου αιώνα, έρχονται να προστεθούν ο λιμός, ο «μαύρος θάνατος» και οι πόλεμοι του 14ου. Τα κοινωνικά προβλήματα οξύνονται. Οι εξεγέρσεις σηματοδοτούν αλλά ταυτόχρονα επιταχύνουν τις εξελίξεις. Παράλληλα όμως αρχίζει να αναπτύσσεται το εμπόριο το οποίο αναδεικνύεται σε κύριο μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας. Οι οικονομικές δραστηριότητες τώρα αρχίζουν να μεταφέρονται στις πόλεις οι οποίες και θα διαδραματίσουν τον σημαντικότερο πολιτικοκοινωνικό ρόλο τους επόμενους αιώνες.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



1) Κώστας Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Ε.Α.Π, Πατρα 1999


2) E. Burns, Εισαγωγή στην Ιστορία και τον Πολιτισμο της Νεότερης Ευρώπης, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1983.


3) David Nicholas, Η Εξέλιξη του Μεσαιωνικού Κόσμου, Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2000.


4) S. Berstein- P. Milza, Από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.



Read more...

Η Αρχιτεκτονική του BAUHAUS (Video)

>> Δευτέρα, 05 Ιανουαρίου 2009

Προλογίζει η Μαργαρίτα Δρίτσα.


Watch Bauhaus in How to Videos | View More Free Videos Online at Veoh.com

Read more...

Ιμπρεσιονισμός - Μονέ (Video)

Ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε απο την τηλεόραση της Βουλής στα πλαίσια των συνεργασιών της με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Προλογίζει η Καθηγήτρια του ΕΑΠ Μαργαρίτα Δρίτσα και στηρίζεται σε σχόλια της Βασιλικής Πετρίδου




Watch Claude Monet Impressionism in How to Videos | View More Free Videos Online at Veoh.com

Read more...

ΤΟ ΜΠΑΡΟΚ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ.

>> Κυριακή, 02 Νοεμβρίου 2008

1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η αυγή του 17°" αιώνα στην Ευρώπη θα συμπέσει με την ανάδυση ενός νέου ρεύματος στην τέχνη. Του Μπαρόκ. Από τους ιστορικούς και τους τεχνοκριτικούς η έννοια του Μπαρόκ θα χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τόσο ένα συγκεκριμένο ύφος και στυλ, όσο και μια ιστορική περίοδο. Η περίοδος μάλιστα αυτή θα σηματοδοτήσει μια λαμπερή και αλματώδη ανάπτυξη όλων των μορφών της τέχνης. Ειδικά η αρχιτεκτονική σε συνδυασμό με την γλυπτική, τη ζωγραφική και τη μουσική, θα μας δώσουν ένα συνολικό έργο τέχνης το οποίο θα επιτρέψει την ανάδειξη μεγάλων καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων .
Στην παρούσα εργασία εξετάζουμε τέσσερα έργα ζωγραφικής (αυτής της εποχής) από διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης. Στην πρώτη ενότητα περιγράφονται οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στην Ευρώπη του 17ου αιώνα. Η δεύτερη ενότητα αποτελεί μια περιγραφή των στοιχείων εκείνων που χαρακτήρισαν το Μπαρόκ ως τεχνοτροπία στην τέχνη και ιδιαίτερα στη ζωγραφική. Στην τρίτη ενότητα εξετάζουμε τον πίνακα του Καραβάτζιο «Η μεταστροφή του Αγίου Παύλου». Στην τέταρτη ενότητα μεταφερόμαστε στη Φλάνδρα και εξετάζουμε τον πίνακα του Ρούμπενς «Η αρπαγή των θυγατέρων του Λεύκιππου». Στην πέμπτη ενότητα αφού αναφερθούμε γενικά στη ζωγραφική της Ολλανδίας, εξετάζουμε σε δυο υποκεφάλαια την «Αυτοπροσωπογραφία» του Ρέμπραντ και την «Μαγείρισσα» του Βερμέερ.
Στα κεφάλαια αυτά γίνεται αναφορά στις παραμέτρους (κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές) μέσα στις οποίες έδρασαν οι δημιουργοί και αναλύεται η τεχνοτροπία και θεματολογία τους.

1) Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 17° ΑΙΩΝΑ.

Αν θέλουμε να έχουμε μια σαφή αντίληψη της περιόδου την οποία
πραγματευόμεθα θα πρέπει να αναφερθούμε και στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η ακμή της Ολλανδίας η ταυτόχρονη παρακμή της Ισπανίας αλλά και ο φοβερός τριακονταετής πόλεμος που δημιούργησε η θρησκευτική μεταρρύθμιση. Αποτέλεσμα αυτού του πολέμου ήταν η ουσιαστική κατάλυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η ερήμωση της Γερμανίας. Παράλληλα παρατηρείται σοβαρή εξέλιξη στον τομέα των επιστημών. Οι,εμπειρικές ιδέες του Φράνσις Μπέικον φαίνεται να κατακτούν τις φυσικές επιστήμες ενώ ταυτοχρόνως οι ιδέες του Ρενέ Ντεκάρτ προσανατολίζουν τη φιλοσοφία προς το (σκεπτόμενο) υποκείμενο, απομακρύνοντας την από τον Αριστοτελικό - Πλατωνικό εναγκαλισμό.
Την ίδια εποχή η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, προσπαθώντας να προωθήσει την αντιμεταρρύθμιση, θα μετατρέψει τη Ρώμη σε καλλιτεχνικό κέντρο. Τέλος αξίζει να θυμόμαστε ότι ο 17ος αιώνας είναι ο αιώνας της ακμής της Γαλλικής μοναρχίας με πολύ σοβαρές επιπτώσεις για την τέχνη .

2) ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΠΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΑ ΜΠΑΡΟΚ
Η λέξη Μπαρόκ προέρχεται, κατά πάσα πιθανότητα, από την πορτογαλική λέξη μπαρούκα που σημαίνει το ακανόνιστο μαργαριτάρι. Όπως μας πληροφορεί η Μ. Κασιμάτη λέξη πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1570 μάλλον χωρίς αξιόλογη χροιά.
Για τους Γάλλους θεωρητικούς του κλασικισμού η λέξη έλαβε αρνητική χροιά μιας και σήμαινε την εναντίωση στην τάξη και τους κανόνες. Κατ' επέκταση λοιπόν ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται για ότι εθεωρείτο ότι ενδιαφέρονταν για το ακανόνιστο, την ασυνέπεια, την ακαταστασία. Στις μέρες μας πάντως όταν λέμε μπαρόκ εννοούμε το ιδιαίτερο εκείνο ρεύμα στην τέχνη του 17ου αιώνα, το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν η συνισταμένη των ιδιαίτερων στοιχείων που έφεραν μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Ρούμπενς, ο Ρέμπραντ, ο Βελάσκεθ. ο Βαν Νταϋκ κ.λπ

Μερικά απο ία ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά που μπορούμε να εντοπίσουμε είναι ο θρησκευτικός συναισθηματισμός, οι δυναμικές γραμμές και η διακοσμητική πληθωρικότητα .
Οσον αφορά τώρα ιδιαιτέρως τη ζωγραφική, η οποία μας ενδιαφέρει στην παρούσα εργασία, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η ζωγραφική του 17ου αιώνα δεν αποτελεί απλώς την συνέχεια του Μανιερισμού . Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αποτελεί καθόλου συνέχεια του Μανιερισμού, σύμφωνα με την Αλμπάνη . Οι καλλιτέχνες της εποχής πίστευαν ότι ο Μανιερισμός είχε οδηγήσει τη ζωγραφική σε μια αδιέξοδη ρουτίνα. Αυτήν πάσχισαν να υπερβούν. Παράλληλα τα ζητήματα της τέχνης άρχισαν κάπως να διαχέονται κοινωνικά. Ο Gombrich μας πληροφορεί ότι στη Ρώμη π.χ οι φιλότεχνοι αρέσκονταν να συζητούν για τις καλλιτεχνικές τάσεις, να συγκρίνουν τους παλαιούς ζωγράφους με τους νεότερους, να παίρνουν μέρος στις καλλιτεχνικές διαφωνίες . Αυτές οι συζητήσεις ήταν κάτι καινούργιο. Πάντως εκείνο που αξίζει να σημειώσουμε είναι (σύμφωνα πάντα με τον Gombrich ) ότι η πορεία της ζωγραφικής ακολούθησε αυτή της αρχιτεκτονικής. Δηλαδή, ήδη από τον 16" αιώνα ο Γκρέκο και ο Τιντορέτο είχαν αρχίσει να πειραματίζονται με ιδέες όπως της διαφορετικής χρήσης του φωτός και του χρώματος αλλά και της εγκατάλειψης της απλής εξισορρόπησης υπέρ των περίπλοκων συνθέσεων. Αυτές ακριβώς οι ιδέες είναι που θα χαρακτηρίσουν αργότερα τη ζωγραφική του 17ου αιώνα και θα την οδηγήσουν στα υψηλά επίπεδα που την οδήγησαν.

4) ΤΟ ΜΠΑΡΟΚ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ - ΚΑΡΑΒΑΤΖΙΟ

«Η μεταστροφή του Αγίου Παύλου»

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει η Ρώμη απετέλεσε το επίκεντρο των καλλιτεχνικών ζυμώσεων κατά τον 17ο αιώνα. Δυο πολύ σπουδαίες προσωπικότητες ήταν αυτές που έδωσαν τη μεγαλύτερη ώθηση στη ζωγραφική. Πρόκειται για δύο ζωγράφους οι οποίοι πάντως πορεύτηκαν από διαφορετικούς δρόμους. Ο Αννίμπαλε Καράτσι ο οποίος σήμερα πλέον αντιμετωπίζεται σαν ο θεμελιωτής του «ιδεαλισμού» της εποχής και ο Μικαλάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «νατουραλιστής». Από τους δύο καλλιτέχνες έχουμε επιλέξει να πραγματευτούμε, στην παρούσα εργασία, τον Καραβάτζιο και συγκεκριμένα το έργο του «Η μεταστροφή του Αγίου Παύλου ». Το έργο είναι παραγγελία εύπορου Ρωμαίου ο οποίος το 1600 ζήτησε από τον Καραβάτζιο δύο πίνακες προκειμένου να διακοσμήσει τους πλευρικούς τοίχους του παρεκκλησίου του στη Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο της Ρώμης. Εκεί όπου βρίσκεται και σήμερα. Το έργο είναι λάδι σε μουσαμά με διαστάσεις 2,30 x 1,75 μ.
Με την πρώτη ματιά βλέπουμε ότι ο Καραβάτζιο έχει εγκαταλείψει την αναγεννησιακή ωραιοποίηση των μορφών. Ο Παύλος παριστάνεται ως άξεστος Ρωμαίος στρατιώτης. Ενώ ο χωρικός που κρατάει το άλογο είναι ρυτιδιασμένος και φαλακρός Η αγάπη στο «φυσικό» είναι εμφανής. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να αναπαραστήσει το μυστήριο της μεταστροφής του Παύλου (από ειδωλολάτρη σε χριστιανό) έχει αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε «φυσική αμεσότητα». Όμως νατουραλισμός δεν σημαίνει ότι στερείται εσωτερικότητας. Μπορεί το παιχνίδι με το φως και ο τρόπος με τον οποίο διαχέεται στις μορφές να χαρακτηρίζουν το ύφος Μπαρόκ. Ομως εδώ πρόκειται για το Θείο φως το οποίο διαπερνά όχι μόνο τον Παύλο αλλά ολόκληρο το έργο. Γϊ αυτό και η εκστατική του στάση με τα χέρια απλωμένα. Σύμφωνα με τους Χιού Χόνορ- Τζόν Φλέμινγκ , οι φυσικές διαστάσεις του έργου και η φυσικότητα του αποτελούν μια ανοικτή πρόκληση στο θεατή για συμμετοχή στο μυστήριο ειδικά δε αν παρατηρείς το έργο γονατιστός από την είσοδο της εκκλησίας. Θα πρέπει πάντως να διευκρινίσουμε ότι ο Καραβάτζιο δεν επιχειρεί ένα νατουραλισμό προς χάριν ίσως μιας ανάδειξης προσωπικού ύφους. Ούτε επειδή θέλει
να δείξε» ασέβεια προς την ομορφιά καν την παράδοση. Πολύ δε περισσότερο δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Ο Καραβάτζιο θέλει το έργο να επιτελεί τον σκοπό του. Άλλωστε το αναφέρει ρητά το συμβόλαιο: το έργο πρέπει να απεικονίζει το μυστήριο της μεταστροφής. Δεν υπάρχει πιο αληθινό πράγμα για τον Καραβάτζιο από την πιστή απεικόνιση της φύσης.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι παρότι οι αντιλήψεις του Καραβάτζιο έρχονταν πολλές φορές σε αντίθεση με τις θεωρητικές απόψεις του 16ου αιώνα εν τούτοις πολλοί ήταν οι καλλιτέχνες που τις ακολούθησαν με αποτέλεσμα, ένα ολόκληρο καλλιτεχνικό ρεύμα που ονομάστηκε «Καραβατζισμός», να εξαπλωθεί σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Πολύ σύντομα, έργα τα οποία θα απεικονίζουν απλούς καθημερινούς ανθρώπους, μπροστά από ένα σκοτεινό και μυστηριώδες φόντο θα αρχίζουν να δημιουργούνται σε ολόκληρη την Ιταλία αλλά και την Ολλανδία, την Ισπανία και τη Γαλλία.

5) Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΦΛΑΝΔΡΑΣ- ΡΟΥΜΠΕΝΣ

«Η αρπαγή των θυγατέρων του Λεύκιππου»

Αν θα μπορούσαμε να πούμε για κάποιον ζωγράφο ότι αποτελεί «χαρακτηριστικό δείγμα» μπαρόκ, αυτός είναι ο Φλαμανδός Ρούμπενς. Ο Ρούμπενς εκτός της καλλιτεχνικής του ιδιοφυίας υπήρξε και ένας καλλιεργημένος ανώτερος διπλωμάτης. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Αμβέρσας, ταξίδεψε στα 1600 στην Ιταλία όπου και έμεινε για έξι χρόνια Επιστρέφοντας στην Αμβέρσα έγινε επίσημος ζωγράφος του παλατιού και η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο ζωγράφος διέθετε εργαστήριο με πάρα πολλούς μαθητές- βοηθούς. Τις περισσότερες φορές ανέθετε την εκτέλεση των έργων στους μαθητές του (τους οποίους είχε διδάξει την τεχνοτροπία του) γιά την εκτέλεση των παραγγελιών. Ο ίδιος επενέβαινε μόνο στο τέλος προκειμένου να διορθώσει ή να προσθέσει ότι νόμιζε. Ο Ρούμπενς έφτασε στην Ιταλία κουβαλώντας την Φλαμανδική παράδοση των Βαν Αυκ, Βαν ντερ Βέυντεν, Πήτερ Μπρέγκελ. Χαρακτηριστικό αυτής της σχολής ήταν η αγάπη προς τη φυσική αναπαράσταση ακόμα και αν αυτή στρέφεται κατά των κανόνων της ομορφιάς. Έτσι λοιπόν δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να αφομοιώσει τις νατουραλιστικές ιδέες του Καραβάτζιο. Εκτός αυτού, ο ζωγράφος κουβάλησε μαζί του από την Ιταλία την προτίμηση για μεγάλα (σε μέγεθος) έργα. Είχε μάθει επίσης
πώς να χρησιμοποιεί το φως και τα χρώματα προκειμένου να κάνει τις εντυπώσεις εντονότερες.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Ρούμπενς ζούσε στην καθολική Φλάνδρα. Η ευχέρεια του στα μεγάλα έργα τον έκανε χρήσιμο τόσο για την κοσμική εξουσία όσο και για τους καθολικούς Ιησουίτες οι οποίοι στη μάχη τους για εντυπωσιασμό των πιστών χρειάζονταν εντυπωσιακά σε μέγεθος έργα τέχνης.
Από τα έργα του Ρούμπενς διαλέξαμε για την παρούσα εργασία, την «Αρπαγή των θυγατέρων του Λεύκιππου » και για έναν επιπλέον λόγο. Είναι εμφανής ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο απέδιδε το γυναικείο σώμα. «Η παχουλή και ροδαλή σάρκα των γυναικείων γυμνών αποδίδεται σχεδόν με διαφανή, μαργαριταρένια χρώματα, κου κατορθώνουν πάντοτε να μεταδώσουν τη ζεστασιά και την τρυφερότητα του δέρματος» . Το έργο ίσως να είναι εμπνευσμένο από την «Αρπαγή της Ευρώπης» του Τιτσιάνο πράγμα που επιβεβαιώνει την άποψη ότι ο Ρούμπενς είχε μελετήσει πολύ καλά τους Αναγεννησιακούς ζωγράφους Είναι λάδι σε μουσαμά και έχει μέγεθος 2,22 x 2,09. Βρίσκεται στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι παρόλο που η θεματολογία (αρπαγή) παραπέμπει σε βιαιότητα, εντούτοις η βία σχεδόν απουσιάζει, η κίνηση των σωμάτων φαίνεται αρμονική και πάντως όχι βίαιη. Επίσης απουσιάζει ο άμεσος ερωτισμός ο οποίος υποδηλώνεται με το μικρό έρωτα στην άκρη δεξιά. Ο ζωγράφος φαίνεται να δανείζεται ακόμη και τεχνικές του 16ου αιώνα. Οι γυναικείες φιγούρες είναι στημένες η μια απέναντι στην άλλη σαν σε κάτοπτρο ενώ τις βλέπουμε να έχουν την τάση της περιστροφής. Αλλά και στον τρόπο που αποδίδονται τα υφάσματα και τα τοπίο φαίνονται οι επιρροές από παλαιότερους ζωγράφους. Ακόμη και στα θρησκευτικά έργα του ο Ρούμπενς φρόντιζε να αναδεικνύει την κίνηση και την ζωτικότητα των σωμάτων προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να κάνει το «Θείο» ή το υπερβατικό γενικά κτήμα των ανθρώπινων αισθήσεων.

6) Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ.

Ο τρόπος με τον οποίο η Ολλανδία υποδέχθηκε το Μπαρόκ ήταν τελείως διαφορετικός από ότι είδαμε μέχρι στιγμής στην Ιταλία και τη Φλάνδρα. Η νίκη του προτεσταντισμού είχε σοβαρότατες επιπτώσεις στην τέχνη γενικότερα άλλα και στη ζωγραφική ειδικότερα Κατ’ αρχάς οι Ολλανδοί ζωγράφοι στερούνται ένα σημαντικό πεδίο δράσης τους, το θρησκευτικό. Θρησκευτική διακόσμηση δεν υπάρχει στον προτεσταντικό «ναό» μιας και η λατρεία στηρίζεται κυρίως στην ανάγνωση της Βίβλου. Από την άλλη πλευρά η προτεσταντική ηθική προβάλλει μια απαξίωση σε οποιαδήποτε μορφή επίδειξης και πολυτέλειας. Έτσι λοιπόν αναγκαστικά οι καλλιτέχνες θα περιοριστούν σε μικρότερου μεγέθους έργα (όχι μόνο οι ζωγράφοι αλλά και οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες). Το όλο λοιπόν κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον θα δημιουργήσει ένα άλλου είδους ζωγράφο ο οποίος απέχει από τον Ιταλό ή Φλαμανδό που έχουμε γνωρίσει. Από τον Ολλανδό έχει αφαιρεθεί μια σημαντική πηγή εσόδων: Οι θρησκευτικές παραγγελίες. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Ο προτεσταντικός πουριτανισμός δεν ευνοεί την εικόνα του πλούσιου μαικήνα. Έτσι ο ζωγράφος είναι υποχρεωμένος να προσπαθεί να πουλήσει μόνος του τα έργα του παίρνοντας μέρος σε εμπορικά πανηγύρια και άλλες τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Από τον αγώνα αυτό για επιβίωση όμως θα προέλθει και ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της Ολλανδικής ζωγραφικής. Με δεδομένη την τεχνική δεξιότητα που έχουν κληρονομήσει από τους προγενέστερους τους, οι Ολλανδοί ζωγράφοι θα κατευθυνθούν στην απεικόνιση δύσκολων ειδών (τοπίο, νεκρές φύσεις κ.τ.λ). Από τη στιγμή που κάποιος ζωγράφος αποκτούσε φήμη σε κάποιο είδος (π.χ. θαλασσογραφία) κατευθύνονταν πλέον αποκλειστικά προς αυτό με αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη τεχνική του εξειδίκευση. Αυτός είναι και ο λόγος της τόσο μεγάλης τεχνικής αρτιότητας που παρατηρούμε σε πολλά έργα αυτής της εποχής. Δεν θα πρέπει βέβαια να λησμονήσουμε να αναφέρουμε τον άλλο μεγάλο τομέα ανάπτυξης της Ολλανδικής ζωγραφικής που είναι η προσωπογραφία Το πορτραίτο όμως εκτός από πεδίο ανάπτυξης υπήρξε και τρόπος οικονόμους ανακούφισης του ζωγράφου μιας και ήταν πολύ διαδεδομένη η πρακτική των Ολλανδών αστών να παραγγέλνουν το πορτραίτο τους προκειμένου να το αναρτήσουν στο σπίτι ή το μαγαζί τους.

α) Ρέμπραντ : «Αυτοπροσωπογραφία»

Σύμφωνα με τον Gombrich ο μεταλύτερος Ολλανδές ζωγράφος και ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο ήταν ο Ρέμπραντ. Ο Ρέμπραντ αρχικά καθιερώθηκε σαν προσωπογράφος. Στην αρχή δούλεψε πάρα πολύ όμως αργότερα έπαψε να είναι περιζήτητος με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα και στο τέλος να πεθάνει φτωχός. Άφησε μεταξύ άλλων και μια μεγάλη σειρά από αυτοπροσωπογραφίες οι οποίες ξεκινούν από την εποχή που ήταν νέος και πλούσιος ζωγράφος έως την εποχή των δύσκολων γηρατειών του. Η προσωπογραφία της σελ. 420 του Gombrich, είναι λάδι σε ξύλο με διαστάσεις 49,2 x 41 εκ. και βρίσκεται στο Μουσείο της Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη. Αναπαριστά το ζωγράφο σε μεγάλη ηλικία. Ο Ρέμπραντ δε επιχειρεί καμιά ωραιοποίηση των χαρακτηριστικών του. Αποτυπώνει το πρόσωπο του με τέτοια ειλικρίνεια που σε κάνει να παύεις να αναζητάς την ομορφιά. Έχεις μπροστά σου τον αληθινό άνθρωπο. Δεν υπάρχει ίχνος πόζας ή στησίματος. Μόνο η διεισδυτική ματιά του ζωγράφου. Ο τρόπος που αποτυπώνει το (φωτισμένο από αριστερά) πρόσωπο αλλά και ο τρόπος που αποδίδει τη διαφάνεια των ματιών είναι αριστοτεχνικός. Πέρα όμως από τις τεχνικές λεπτομέρειες, είναι η αλήθεια. Ο θεατής αισθάνεται - και ας του είναι τελείως άγνωστος - ότι γνωρίζει πολύ καλά τον άνθρωπο που αναπαριστά το έργο. Μπορεί να αντιληφθεί ακόμη και την ψυχική ή συναισθηματική του κατάσταση.

β) Γιαν Βερμέερ : «Η μαγείρισσα »

Ο πολύ σπουδαίος αυτός Ολλανδός ζωγράφος ήταν της αμέσως επόμενης γενιάς του Ρέμπραντ. Το έργο του ήταν περιορισμένο (περίπου 35-40 έργα). Ο Βερμέερ ειδικεύονταν κυρίως σε θέματα από την καθημερινή ζωή του σπιτιού. Συνήθως ζωγράφιζε κάποια γυναικεία φιγούρα φωτισμένη από το παράθυρο μπρος στο οποίο στέκονταν. Ο ζωγράφος άργησε να αναγνωριστεί. Τα έργα του ξεχάστηκαν μέχρι το 19° αιώνα οπότε ασχολήθηκαν μαζί του τόσο ο Βαν Γκογκ όσο και ο Μαρσέλ Προύστ.
Στο έργο που έχουμε διαλέξει για την παρούσα εργασία μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Αναπαρίσταται ένα γεγονός με όχι και τόσο ιδιαίτερη

σημασία. Μια γυναίκα στο εσωτερικό ενός τυπικού Ολλανδικού σπιτιού, αδειάζει γάλα από μια κανάτα. Σύμφωνα με τον Gombrich : «Λίγοι όμως απ' όσους έχουν δει το πρωτότυπο θα διαφωνήσονν ότι πρόκειται για ένα θαύμα. Ένα από τα θαυμαστά χαρακτηριστικά του μπορεί κανείς να το περιγράψει, όχι όμως και να το εξηγήσει». Εκείνο που κάνει το Βερμέερ να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που αποδίδει το φως αλλά και η ακρίβεια με την οποία πετυχαίνει την απόδοση της υφής του υφάσματος. Επίσης τα ασυνήθιστα μπλε και κίτρινα χρώματα του. Ο Βερμέερ μαλακώνει πολύ τα περιγράμματα του χωρίς όμως να χάνεται καθόλου η αίσθηση της σταθερότητας και στερεότητας. Ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζει απλότητα και ακρίβεια δίνει στο έργο του την αξία που έχει . Τελειώνοντας να προσθέσουμε ότι το έργο είναι λάδι σε μουσαμά, με διαστάσεις 45,5 x 41 εκ. και βρίσκεται στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ.
7) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Εξετάσαμε τέσσερα έργα ζωγραφικής, τεσσάρων διαφορετικών ζωγράφων οι οποίοι έζησαν σε διαφορετικά μέρη της Ευρώπης, την ίδια περίοδο (17ος αιώνας). Τα στοιχεία που λάβαμε υπ' όψιν μας προκειμένου να πλησιάσουμε τα έργα ήταν τα εξής: Αρχικά, το κοινωνικοπολιτικό και θρησκευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν τα έργα. Σημαντικό στοιχείο επίσης αποτελεί η θεματογραφία του και (κυρίως) ο σκοπός για τον οποίο έχει φιλοτεχνηθεί. Πολύ σημαντικά επίσης είναι τα τεχνικά χαρακτηριστικά του δηλ. το μέγεθος, τα υλικά αλλά και η τεχνοτροπία η οποία χρησιμοποιήθηκε.
Θέλοντας να εντοπίσουμε τυχόν ομοιότητες ή διαφορές των τεσσάρων έργων θα πρέπει να επισημάνουμε τα εξής: Τα έργα (ανά δύο) είναι φτιαγμένα σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης από απόψεως θρησκευτικού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη διαμόρφωση ορισμένων χαρακτηριστικών τους. Τα έργα που είναι φτιαγμένα σε καθολικές χώρες (Καραβάτζιο, Ρούμπενς) είναι τεραστίου μεγέθους με θρησκευτικές και ιστορικές παραστάσεις με πλούσιο και πολυτελή διάκοσμο. Είναι ότι ακριβώς πιστεύει ότι χρειάζεται η Καθολική Αντιμεταρρύθμιση προκειμένου να επιβληθεί στους πιστούς. Από την άλλη πλευρά έχουμε δύο έργα (Ρέμπραντ, Βερμέερ) φτιαγμένα στην προτεσταντική Ολλανδία. Βλέπουμε ότι και εδώ τα έργα είναι βαθιά επηρεασμένα από τη θρησκευτική ηθική του περιβάλλοντος τους. Είναι μικρά σε μέγεθος και η θεματολογία τους είναι από την καθημερινή ζωή. Ο διάκοσμος σαφώς πιο λιτός. Τα έργα αντικατοπτρίζουν, πέρα από την αλήθεια των δημιουργών τους, τον προτεσταντικό πουριτανισμό της περιόδου αυτής στην Ολλανδία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Τζένη Αλμπάνη, Μαριλένα Κασιμάτη, ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΩΣ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ, Ε.Α.Π. Πάτρα 2001
2) E. H. GOMBRICH, ΤΌ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, μτφ. Λίνα Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2004.
3) Χιού Χόνορ-Τζόν Φλέμινγκ, μτφ Ανδρέας Παππάς, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, Υποδομή, Αθήνα 1998.

Read more...

Το ζήτημα της αναπαράστασης.

>> Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Η περίοδος, από τα μέσα του 16ου αιώνα και καθ’ολο τον 17ο , θεωρείται από τους ιστορικούς μια μεταβατική περίοδος μεταξύ ουμανισμού και νεωτερικότητας. Είναι μια περίοδος έντονων πολιτικών, θρησκευτικών, στρατιωτικών συγκρούσεων. Ο λόγιος Ευρωπαίος βλέπει τον κόσμο να αποσυντίθεται και να ανασυντιθεται μπροστά στα μάτια του. Αντιλαμβάνεται ότι τα ιδανικά του ουμανισμού, αδυνατούν να εκφράσουν τις νέες συνθήκες. Πρέπει να βρεθούν νέες διέξοδοι για να εκφραστεί αυτή η συνεχής ροή, αυτή η συνεχής ανακατανομή ιδεών και αντιλήψεων. Έτσι ξεκινά η αναπαραστατικη διαδικασία σκέψης με την οποία θα ασχοληθούμε στην παρούσα εργασία. Στο Κεφ. 2 θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε την έννοια της αναπαράστασης καθώς και να ανιχνεύσουμε τα δυο κυρίαρχα ρεύματα της εποχής. Στο Κεφ. 3 θα αναζητήσουμε τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα της αναπαράστασης σε συγκεκριμένα αποσπάσματα του Σαίξπηρ. Στο Κεφ 4 θα δούμε πως αποτιμά το ποίημα και κατ’επεκταση ο ίδιος ο ποιητής, την αξία της αναπαράστασης, μέσα από το Σονέτο 18.



Η έννοια της αναπαράστασης – Μπαρόκ και κλασικισμός



Από τα μέσα του 16ου αιώνα λοιπόν ο συγγραφέας παύει να είναι ο ανώνυμος ουμανιστής της λεξικογραφίας, της μετάφρασης, της συλλογής και αναπαραγωγής «αρχαίων μύθων» κ.τ.λ. Οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής αναδεικνύουν τον νέο διανοητή της αναπαράστασης. Ο Γ.Βαρσος[1], μας δίνει έναν ορισμό της αναπαράστασης, λέγοντας μας ότι η αναπαράσταση είναι η (Αριστοτελική) μίμηση η οποία όμως πλέον λειτουργεί σαν από κάτοπτρο αντανάκλαση, της αισθητής ή άλλης πραγματικότητας. Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι το κάτοπτρο, που συλλαμβάνει και αντανακλά την δική του πραγματικότητα. Από την αισθητική του αντίληψη εξαρτάται αν η αντανάκλαση θα είναι ρεαλιστική, παραμορφωμένη, εμπλουτισμένη με άλλα στοιχεία κ.τ.λ. Αυτή ακριβώς η «κατοπτρική» ιδιότητα είναι που ανασύρει τον καλλιτέχνη από την ανωνυμία. Κάθε «κάτοπτρο» έχει πλέον τις δικές του ιδιότητες και είναι αναγνωρίσιμο. Δεν ειδικεύω ακόμη στην λογοτεχνία γιατί η αναπαράσταση εκτείνεται σε ολόκληρο το πεδίο της σκέψης. Ας μην ξεχνάμε ότι η μαθηματικοποιηση της φύσης από τους επιστήμονες του 16ου και 17ου αιώνα είναι και αυτή μια μορφή αναπαράστασης (όχι απαραίτητα καλλιτεχνικής) των φυσικών φαινομένων, από μαθηματικές σχέσεις. Όσον αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία, έχουμε, για παράδειγμα, την εξέλιξη της προοπτικής στη ζωγραφική, τις νέες συνθετικές φόρμες του μπαρόκ και του κλασικισμού στη μουσική κ.τ.λ.


Η νέα λοιπόν αυτή αναπαραστατικη θεώρηση, φέρνει τους διανοητές σε δυο «στρατόπεδα». Εκείνοι οι οποίοι δέχονται τον πλούσιο κόσμο της αναπαράστασης και προσπαθούν να τον επεκτείνουν, οι οποίοι και «συγκροτούν» το ρεύμα του μπαρόκ. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται αυτοί οι οποίοι προσπαθούν να βρουν τα όρια της αναπαραστατικης φαντασίας και να θεσμοθετήσουν τους κανόνες της, οι οποίοι και «συγκροτούν» το ρεύμα του κλασικισμού. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ανιχνεύσουμε τα δυο αυτά καλλιτεχνικά ρεύματα, μέσα όμως από το πρίσμα της δραματουργίας, όπως επιτάσσει η παρούσα εργασία.


α) Μπαρόκ : Ο Γ.Βαρσος μας λέει ότι η πιθανή προέλευση της ονομασίας μπαρόκ, που σημαίνει στα πορτογαλικά «ακανόνιστο μαργαριτάρι», ίσως μας δίνει και μια εικόνα του νοήματος του. Πράγματι για τον δραματουργό του μπαρόκ τίποτα δεν είναι κανονικό ούτε έξ’αρχής προσδιορισμένο. Βλέπει τον κόσμο να ξαναφτιάχνεται μέσα από πολεμικές και ιδεολογικές συγκρούσεις και προσπαθεί να τον αναπαραστήσει. Δίνει μεγάλη σημασία στη διαρκή κινητικότητα. Τα σύμβολα της ροής και του εφήμερου ( νερό και φωτιά ), τα βρίσκουμε παρόντα τόσο στην γραφή όσο και στα διάφορα θεάματα, με την μορφή σιντριβανιών και πυροτεχνημάτων. Η ενότητα χώρου, χρόνου αλλά και ύφους παύει να υπάρχει. Το τραγικό εναλλάσσεται με το κωμικό, η μέρα με τη νύκτα, το παλάτι με το δάσος κ.τ.λ. Το δράμα εξελίσσεται μέσα σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα που πολλές φορές φτάνει στην υπερβολή. Γίνεται επίσης εμφανής η επιμονή στον εντυπωσιασμό, μέσω της χρήσης σχημάτων λόγου και λογοπαίγνιων αλλά και διακοσμητικών οπτικών τρικ. Η εμμονή του μπαρόκ στο «ακανόνιστο» φτάνει στο σημείο φόβου μήπως αυτό το «ακανόνιστο» γίνει κανόνας. Έτσι έχουμε το παράδειγμα του γάλλου δραματουργού Mairet που γράφει εναλλάξ, έργα σύμφωνα με τους αριστοτελικούς κανόνες και έργα που τους παραβαίνουν.


Τα πρώτα δείγματα αυτής της χαρακτηριστικής μορφής του νέου ευρωπαϊκού θεάτρου μας έρχονται, κατά τα μέσα του 16ου αιώνα, από την Ιταλία και την Αγγλία. Στην μεν Ιταλία αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτοι θίασοι της Commedia dell’arte, στη δε Αγγλία αρχίζει να αναπτύσσεται (υπό την προστασία της ελισαβετιανής αυλής) το ελισαβετιανό θέατρο. Εκεί όμως, που το θέατρο φαίνεται να προσαρμόζεται περισσότερο στο ρεύμα του μπαρόκ, είναι στην Ισπανία του 17ου αιώνα. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του ισπανικού μπαρόκ είναι ο Λοπε ντε Βεγκα και ο Καλντερον.


Το ελισαβετιανό θέατρο φτάνει στο απόγειο του με την δραματουργία του Σαίξπηρ η οποία, παρότι φέρει κλασικά χαρακτηριστικά ( π.χ πέντε πράξεις), πιστεύω ότι πλησιάζει πολύ περισσότερο τις αντιλήψεις του μπαρόκ. Θα συναντήσουμε πολλές φορές ανάμιξη των ειδών (τραγωδίας , κωμωδίας). Ενότητα χρόνου και χώρου δεν υπάρχει αλλά και οι τραγικοί ήρωες βρίσκονται πολύ μακριά από τους αντιστοίχους του Γαλλικού κλασικισμού. Μπορεί και αυτοί να έχουν αριστοκρατική καταγωγή αλλά θα τους βρούμε πολλές φορές να υποστηρίζουν τον λαϊκό τρόπο ζωής, να είναι άσχημοι ή παραμορφωμένοι, να κατατρύχονται από πάθη και γενικά να απέχουν από το γαλλικό πρότυπο του ήρωα – κατόχου της υπέρτατης αλήθειας. Κυρίως όμως εκείνο που με κάνει να θεωρώ τη δραματουργία του Σαίξπηρ, πλησιέστερη στο μπαρόκ, είναι η υπερβολή στην τραγικότητα των συναισθημάτων. Αυτή η υπερβολή είναι εξ’ άλλου που θα κάνει τον Τ.Σ Έλιοτ να γράψει για τον Αμλετ ότι πρόκειται για αποτυχημένο έργο, μιας και θεωρεί ότι τα συμβάντα δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την ένταση των συναισθημάτων του ήρωα.


β) Κλασικισμός : Ο κλασικισμός είναι μια έννοια με διαφορετικό περιεχόμενο κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους. Εδώ θα αναφερθούμε στην σημασία που παίρνει ο όρος από τα μέσα του 16ου αλλά και κατά τον 17ο αιώνα. Βρισκόμαστε λοιπόν στην εποχή της αναπαράστασης όπου η αναπαραστατικη φαντασία συχνά φτάνει σε περιοχές τις οποίες, κάποιοι από τους λόγιους της εποχής, θεωρούν εκτός ορίων. Αυτά ακριβώς τα όρια είναι που θα επιδιώξουν να ορίσουν οι κλασικιστές. Για αυτούς οι κανόνες της αρχαίας δραματουργίας είναι απαράβατοι. Στη Γαλλία του Λουδοβίκου XIV είναι κυρίως που αναπτύσσεται ο κλασικισμός. Ο γαλλικός κλασικισμός απαιτεί κανόνες (γλωσσολογικούς και υφολογικούς) που να αφορούν ξεχωριστά το κάθε λογοτεχνικό είδος. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός των λογοτεχνικών ειδών, σε αντίθεση με το μπαρόκ. Το λογοτεχνικό έργο θα πρέπει να έχει διπλή επιδίωξη. Αυτή της διαπαιδαγώγησης αλλά συνάμα και της αισθητικής απόλαυσης. Από την άλλη πλευρά το έργο οφείλει να μιμείται την αρμονία και την τάξη που διέπουν την ανθρώπινη φύση. Επανατίθεται έτσι το ζήτημα της ενότητας, δράσης, χώρου και χρόνου, σε αντίθεση με την πρακτική του μπαρόκ. Το γαλλικό θέατρο είναι εκείνο στο οποίο έχουμε τα τυπικότερα δείγματα του κλασικισμού. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι του γαλλικού θεάτρου είναι, για τη μεν τραγωδία ο Κορνεϊγ και ο Ρακίνας, για δε την κωμωδία ο Μολιέρος.



Η αναπαράσταση στον Άμλετ



Ας δούμε τώρα πως τίθεται το ζήτημα της θεατρικής αναπαράστασης στην Σκηνή 2 της Β΄Πραξεως του Άμλετ. Κατ’ αρχάς θα πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε ότι ο Άμλετ ζητά από τους ηθοποιούς να του αναπαραστήσουν το συγκεκριμένο έργο, ίσως γιατί περιέχει ένα κομμάτι από το δικό του δράμα. Στη θέση του Πύρου βλέπει τον Κλαύδιο, στη θέση της Εκάβης την Γερτρούδη, στη θέση του Πρίαμου τον νεκρό πατέρα του. Και κάτι ακόμη. Για τον φόνο του Πρίαμου υπεύθυνη είναι η Τύχη. Γι αυτήν καλεί, ο ηθοποιός τους θεούς, να την γκρεμίσουν στα τάρταρα, να της αφαιρέσουν την εξουσία. Είναι η ίδια η Τύχη της οποίας ο Άμλετ θεωρεί τον εαυτό του δέσμιο. Στον μονόλογο που ακολουθεί γίνεται σαφές ότι ο Άμλετ «βλέπει» την αναπαράσταση του δράματος ισχυρότερη και από το ίδιο το δράμα. Αυτός είναι και ο λόγος που οικτίρει τον εαυτό του. Βλέπει τον ήρωα της αναπαράστασης (ηθοποιό) να μετέχει με πολύ μεγαλύτερη ένταση στην αναπαράσταση του δράματος απ’ότι ο ίδιος (Άμλετ) στην πραγματικότητα του δράματος. «Δεν είναι τερατώδες, τούτος ο θεατρίνος για μιαν ιδέα, για μόνο τα’ονειρο απ’το πάθος, μπόρεσε τόσο να υποτάξει την ψυχή του στη σύλληψη του νου, που απ’την ενέργεια της όλη η θωριά του να χλομιάσει […] Κι εγώ, ο χαζός και λασποκαμωμένος μάγκας, καμαρώνω σαν κούκλος ονειροπαρμένος, για το δίκιο μου αναίσθητος και δε μιλώ καθόλου.»[2]. Τόση είναι η πίστη του Άμλετ, για την δύναμη της αναπαράστασης, που λίγο αργότερα θα «δικάσει» τον Κλαύδιο και την Γερτρούδη, όχι σε δικαστήριο, αλλά βάζοντας τους να παρακολουθήσουν την θεατρική αναπαράσταση του φόνου του πατέρα του. Είναι βέβαιος ότι τα συναισθήματα που θα προκληθούν θα αποκαλύψουν τους ενόχους. Θέλοντας να τονίσει ακόμη περισσότερο την αξία του θεάτρου, σε κάποιο άλλο σημείο του υπό μελέτη αποσπάσματος, ο Άμλετ προτρέπει τον Πολώνιο, να περιποιηθεί σωστά τον θίασο γιατί «είναι το απόσταγμα και το σύντομο χρονικό της εποχής»[3].


Πέρα όμως από το ψυχολογικό μέρος, ο Σαίξπηρ (μέσω του Άμλετ) βρίσκει την ευκαιρία να εξάρει και το μορφολογικό μέρος, της συγκεκριμένης θεατρικής αναπαράστασης, του θρύλου της άλωσης της Τροίας, δίνοντας έτσι εμμέσως και την άποψη του για το θέατρο : «το έργο, θυμάμαι, δεν άρεσε στο πλήθος όμως, όπως το κατάλαβα εγώ κι άλλοι, που οι γνώμες τους σ’αυτά τα πράγματα είναι ανώτερες απ’τη δικιά μου, ήταν εξαίρετο έργο, με σκηνική οικονομία και σύνθεση απλή όσο και μαστορική. Θυμάμαι κάποιος εκεί είπε πως δεν είχαν σάλτσες οι στίχοι του για να κάμουν το υλικό νόστιμο, ούτε η φράση του υλικά τέτοια, που να κατακριθεί ο συγγραφέας για φτιασίδωμα αλλά, είπε, πως ήταν έργο αγνό, γερο μαζί και χαριτωμένο και με πολύ περισσότερη φυσική παρά τεχνητή ομορφιά»[4]. Η άποψη αυτή συμπυκνώνεται και σε μια φράση από την μετάφραση του Γ. Χειμωνά: «Γιατί η τέχνη δεν είναι για τους πολλούς, ούτε για τους λίγους, είναι πάντα για τον καθένα ξεχωριστά.»[5].


Ας έλθουμε τώρα στον μονόλογο της Γ΄Πραξης. Εδώ θεωρώ ότι η παρουσία της αναπαραστατικής διαδικασίας είναι εξίσου ισχυρή με την απουσία της. Η συνείδηση του Άμλετ γνωρίζει τι είναι η ζωή. Μπορεί και την αναπαριστά με τον ίδιο το μονόλογο του ήρωα. Ο θάνατος όμως; Εδώ η πραγματικότητα απουσιάζει. Μαζί απουσιάζει και η αναπαράσταση της. Η συνείδηση αδυνατεί να περιγράψει τον θάνατο « Έτσι είναι η συνείδηση που μας κάνει όλους δειλούς»[6], μονολογεί ο ήρωας. Αυτή λοιπόν η αδυναμία αναπαράστασης του «μεταθανάτιου Ονείρου», είναι που οδηγεί τον Άμλετ στο τραγικό δίλημμα «Να’ναι κανείς ή να μην είναι». Όσον αφορά τώρα τον μονόλογο της Δ΄Πραξης. Είναι εδώ εμφανής η προσπάθεια του Άμλετ, να ξεπεράσει τα διλήμματα του, αναπαριστώντας λεκτικά, πράξεις ηρωικές που έγιναν για λόγους «τιμής». Στην ουσία, η αναπαραστατική διαδικασία εδώ, ακολουθεί διπλή διαδρομή. Ο Άμλετ διηγείται (αναπαριστά) τις ηρωικές πράξεις με σκοπό να πείσει τον εαυτό του να τις μιμηθεί (αναπαραστήσει).



Η αναπαράσταση στο σονέτο 18



Ας περάσουμε τώρα σε μια άλλη μορφή αναπαράστασης, διερευνώντας , πως αυτή, τίθεται στο σονέτο 18 του Σαίξπηρ. Κατ’ αρχάς θα παρατηρήσουμε ότι και στις δυο μεταφραστικές εκδοχές, που μας διατίθενται, εξακολουθεί να τηρείται η αμφισημία (της αγγλικής γλώσσας του πρωτοτύπου), ως προς το γένος του αναφερομένου στο ποίημα, προσώπου. Πρόκειται για ένα ερωτικό; ποίημα όπου ο Σαίξπηρ προσπαθεί να αναπαραστήσει, το αντικείμενο του έρωτα του, με τρόπο που αυτό να μείνει αθάνατο. Στην αναπαράσταση αυτή, ο Σαίξπηρ, χρησιμοποιεί (και ταυτόχρονα αναιρεί) στοιχεία που ήδη έχουμε συναντήσει και στο Πετραρχικό σονέτο. Τα στοιχεία της (τέλειας) φύσης. Η εποχή όμως του Σαίξπηρ ήδη έχει αρχίσει να κατανοεί και να υπερβαίνει τη φύση. Έτσι εδώ η ομορφιά των στοιχείων της φύσης δεν είναι αρκετή για τον ποιητή :

«Πώς να σε πω- καλοκαιριάτικο πρωί;

Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία»[7].


Ο Σαίξπηρ αναζητεί (και τελικά βρίσκει, όπως θα δούμε στο τέλος του ποιήματος), έναν τρόπο αναπαράστασης, διαχρονικό και αναλλοίωτο. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από την εύθραυστη ομορφιά της φύσης. Ο ποιητής θα εκφράσει την αντίληψη του αυτή λέγοντας ότι :

«γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί

τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία»

ή

«κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός

και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,

κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός

την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει» [8]


Όμως ο Σαίξπηρ, έχει τρόπο να κρατήσει το είδωλο του αιώνια ζωντανό. Είναι η δύναμη του ίδιου του ποιήματος και κατ’ επέκταση, της ίδιας της ποιητικής αναπαράστασης.

«Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν

σ’ αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν»[9]


Ας γυρίσουμε στο δεύτερο κεφάλαιο, της παρούσης εργασίας και στον ορισμό της αναπαράστασης που μας δίνει ο Γ. Βαρσος. Είπαμε ότι καθρέπτης είναι ο ίδιος ο δημιουργός και αντανάκλαση το δημιούργημα του. Όσο πιο «ισχυρός» είναι ο καθρέπτης, τόσο πιο «ισχυρή» θα είναι και η αντανάκλαση. Αυτό το τρίπτυχο, δηλαδή : καθρέπτης (ποιητής), αντανάκλαση (στίχοι) και πρότυπο (ερωτικό αντικείμενο), αποτελείται από στοιχεία άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους. Από τη ζωή και τη δύναμη του ενός, εξαρτώνται και τα αλλά δυο, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι ο Σαίξπηρ επιθυμεί πρωτίστως την αιωνιότητα του ερωτικού του αντικειμένου ή αν, σίγουρος για την ποιητική του δεινότητα, αποζητά την αιωνιότητα των στίχων και άρα του ιδίου. Αν δεχθούμε το πρώτο (αιωνιότητα ερωτικού αντικειμένου) τότε σωστά αναφέρουμε, στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου, ότι πρόκειται για ερωτικό σονέτο. Αν όμως δεχθούμε την δεύτερη άποψη (αιωνιότητα ποιητή- ποιήματος), τότε πρόκειται για έναν ύμνο και μια βεβαιότητα για την δύναμη του ποιήματος, της ποίησης, αλλά και ολόκληρης της αναπαραστατικής αντίληψης, που κυριαρχεί στη σκέψη της περιόδου που εξετάσαμε.



Συμπεράσματα



Από τα μέσα του 16ου και καθ’ όλο τον 17ο αιώνα, ο τρόπος σύλληψης και έκφρασης ενός καλλιτεχνικού δημιουργήματος αλλάζει, μαζί αλλάζει και ο τρόπος γραφής. Έχουμε μπει στην εποχή της αναπαράστασης. Η νέα αναπαραστατική σκέψη δημιουργεί δυο καλλιτεχνικά ρεύματα. Το «μπαρόκ», το οποίο με τις υπερβολές, τα ποικίλματα και γενικότερα την υπέρβαση του ισχύοντος φορμαλισμού, θα θεωρηθεί, από τους εκπρόσωπους του άλλου ρεύματος του «κλασικισμού», ότι εκφευγει των ορίων. Αυτά ακριβώς τα όρια θα προσπαθήσουν να επαναπροσδιορίσουν οι κλασικιστές. Στα πλαίσια του μπαρόκ θα αναπτυχθούν, η Commedia dell’ arte, το ελισαβετιανό και κυρίως το ισπανικό θέατρο. Αντιθέτως το γαλλικό θέατρο είναι που θα εκφράσει τον κλασικισμό της εποχής.


Χαρακτηριστικά παραδείγματα, για το πώς εκφράζεται ο τρόπος σκέψης και γραφής, την εποχή της αναπαράστασης, είναι η δραματουργία και η ποίηση του Σαίξπηρ έτσι όπως την εξετάσαμε στα αποσπάσματα του Άμλετ και στο σονέτο 18. Κοινό χαρακτηριστικό, των δυο κειμένων, είναι η σημασία που δίνει ο συγγραφέας στην δύναμη της αναπαράστασης. Στον Άμλετ, όλη η εσωτερική αγωνιά του ήρωα, θα εκφραστεί μέσα από ένα θεατρικό δρώμενο του οποίου η σημασία αναβιβάζεται σε κύριο στοιχείο για την εξέλιξη του έργου. Αλλά και στο σονέτο 18, η δύναμη της ποιητικής αναπαράστασης, θα υπερκεράσει και αυτήν ακόμη τη δύναμη της ομορφιάς της φύσης. Ο ποιητής θα θεωρήσει εδώ ότι, η διαχρονικότητα ενός στίχου, μπορεί να σταθεί σταθερότερα από ότι τα ευμετάβλητα φυσικά στοιχεία.-



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


1) Γ.Βάρσος Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, Ε.Α.Π, Πάτρα 1999


2) Benoit-Dusausoy A. & G.Fontaine (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τ. Α & Β, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1999


3) Σαίξπηρ, Άμλετ, μτφ. Β. Ρώτας, ΙΚΑΡΟΣ, 1969


4) Σαίξπηρ, 25 Σονέτα, μτφ. Δ. Καψάλη, ΑΓΡΑ, Αθήνα 1998 – Σονέτο 18


5) Σαίξπηρ, Άμλετ, μτφ. Γ. Χειμωνάς, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1998





[1] Γ.Βάρσος Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, Ε.Α.Π, Πάτρα 1999, σελ. 185

[2] Σαίξπηρ, Άμλετ, μτφ. Β. Ρώτας, ΙΚΑΡΟΣ, 1969. – σελ. 67 - 68

[3] ό.π σελ. 66

[4] ό.π. σελ. 64

[5] Σαίξπηρ, Άμλετ, μτφ. Γ. Χειμωνάς, ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 1998 – σελ. 77

[6] Σαίξπηρ, Άμλετ, μτφ. Β. Ρώτας, ΙΚΑΡΟΣ, 1969.

[7] Σαίξπηρ, 25 Σονέτα, μτφ. Δ. Καψάλη, ΑΓΡΑ, Αθήνα 1998 – Σονέτο 18

[8] ό.π

[9] ό.π

Read more...

Ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στον «ουτοπικό» και τον «επιστημονικό» σοσιαλισμό.

>> Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Με την αυγή της νέας κοινωνίας που θα δημιουργηθεί από τη βιομηχανική επανάσταση, θα αρχίσουν να διαφαίνονται και οι πρώτες ανισότητες που δημιουργούνται. Τις ανισότητες αυτές θα εντοπίσουν (αλλά και θα προσπαθήσουν να θεραπεύσουν) οι πρώτοι σοσιαλιστές διανοητές οι οποίοι και θα εκφράσουν το ιδεολογικό εκείνο ρεύμα που θα ονομαστεί «ουτοπικός σοσιαλισμός». Τις ομοιότητες και τις διάφορες αυτού του ρεύματος, με τις θεωρητικές συλλήψεις των θεμελιωτών του «επιστημονικού σοσιαλισμού», θα προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε στο πρώτο κεφάλαιο της παρούσης εργασίας. Το κεφάλαιο χωρίζεται σε τρία υποκεφάλαια όπου γίνεται προσπάθεια να εξεταστούν οι ομοιότητες και διαφορές, καθενός εκ των τριών κυρίων εκπροσώπων του ουτοπικού σοσιαλισμού (Σαιν- Σιμόν, Φουριέ, Όουεν), με τις θεωρίες των Μαρξ και Ένγκελς.
Στο δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας γίνεται προσπάθεια να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ των δύο σοσιαλιστών ρευμάτων (ουτοπικού - επιστημονικού). Σε αυτή την προσπάθεια θα ληφθεί υπ όψιν ο τρόπος με τον οποίο οι Μαρξ και Ένγκελς αξιολογούν την ουτοπική ιδεολογία μέσω κυρίως από δύο έργα τους. Τον «Ουτοπικό και Επιστημονικό Σοσιαλισμό » και το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος».


1) ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ «ΟΥΤΟΠΙΚΟΥ» ΚΑΙ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ» ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ.


Από τον 18° αιώνα αρχίζει να αναπτύσσεται η εξισωτική ουτοπική σκέψη. Σύμφωνα με τον Γ. Μολύβα (Μολύβας 2002, σελ.137) πηγή έμπνευσης των ουτοπιστών υπήρξε ο Ρουσσώ. Στο ξεκίνημα τους οι ουτοπιστές ούτε γνώση είχαν άλλα ούτε και ενδιαφέρον για τα οικονομικά δεδομένα. Εκείνο που κυρίως τους ενδιέφερε ήταν οι ψυχολογικές επιπτώσεις της βιομηχανικής επανάστασης και ο τρόπος με τον οποίο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας οδηγούνταν στο περιθώριο. Αυτή λοιπόν ήταν αρχικά μία μεγάλη διαφορά μεταξύ των θεωριών του επιστημονικού σοσιαλισμού και της πρώτης ουτοπικής σκέψης. Από την άλλη πλευρά οι ουτοπιστές σοσιαλιστές του 1801' αιώνα, θα έλθουν σε αντιπαράθεση με την μικροαστική αντίληψη περί ιδιοκτησίας. Στην ουσία ζητούν η ιδιοκτησία να ανήκει συλλογικά στην κοινωνία και όχι να αναδιανέμεται έστω και σε ίσα μερίδια, μιας και ουσιαστικά αυτό θα δημιουργούσε νέες ανισότητες ( Βλέπε: Μολύβας 2002, σελ137-139).

Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, η ουτοπική σκέψη θα εξελιχθεί. Θα αποκτήσει εντονότερα ακτιβιστικό και κοινωνικό χαρακτήρα και θα εκφραστεί από τρεις σημαντικούς διανοητές οι ιδέες των οποίων θα εξαπλωθούν και θα δημιουργήσουν ένα ριζοσπαστικό πνευματικό κλίμα. Οι διανοητές αυτοί είναι ο Σαίν Σιμόν και ό Σαρλ Φουριέ στη Γαλλία και ο Ρόμπερτ Όουεν στην Αγγλία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουν τα εξής: Από τις αρχές του 19ου αιώνα, το εργατικό κίνημα αρχίζει να εμφανίζει ένα νέο χαρακτηριστικό. Την ταξική συνείδηση (E.J. Hobsbawm 2002, σελ. 296-297). Αρχίζει δηλαδή να αντιλαμβάνεται ότι η κοινωνική σύγκρουση δεν διεξάγεται μεταξύ των αφηρημένων κατηγοριών «πλούσιοι» - «φτωχοί», αλλά μεταξύ προλεταρίων και εργοδοτών. Το στοιχείο αυτό θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η ουτοπική ιδεολογία μπολιάζεται και μετατρέπεται (σε αρκετά σημαντικό βαθμό) σε αυτό που ονομάζουμε «επιστημονικό σοσιαλισμό».



α) Ο Σαιν – Σιμόν και οι συνεχιστές του.
«Ο Σαίν – Σιμόν ερμηνεύει την Ιστορία ως ένα διαλεκτικό πέρασμα από την κυριαρχία του μεσαιωνικού ιερατείου και των στρατοκρατικών κυρίαρχων τάξεων στην κυριαρχία των επιστημόνων και των βιομηχάνων» (Μολύβας 2002, σελ.140). Όπως γίνεται αντιληπτό η ανάλυση αυτή διαφέρει από την κλασσική ταξική μαρξιστική ανάλυση. Όμως παρ όλα αυτά η ιδέα αυτή του Σαιν Σιμόν περικλείει μέσα της την αντίληψη ότι η Ευρωπαϊκή ιστορία (τουλάχιστον μετά τη γαλλική επανάσταση) μπορεί να ερμηνευτεί ως σύγκρουση μεταξύ ιδιοκτητών και μη ιδιοκτητών με ενδιάμεση την τάξη των επιστημόνων. Η κυριαρχία μάλιστα αυτής της ενδιάμεσης τάξης θα δώσει τέλος στην ηθική κρίση που μαστίζει την Ευρώπη, κατευθύνοντας την εργασιακή ενέργεια και το ταλέντο των ανθρώπων σε ωφέλιμα έργα.
Βλέπουμε δηλαδή ότι ο Σαίν Σιμόν αντιλαμβάνεται την ανηθικότητά του συστήματος και διαβλέπει ότι η ρίζα αυτής της ανηθικότητας βρίσκεται στον τρόπο παραγωγής (θέλει να κατευθύνει την εργασιακή ενέργεια σε «ωφέλιμα» έργα) και όχι στον τρόπο διανομής του τελικού προϊόντος. Τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν συστατικά και της μαρξιστικής ανάλυσης. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Σαίν Σιμόν δεν πιστεύει(αντίθετα με τους μαρξιστές) ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός μπορεί νά γίνει με βίαια μέσα. Θεωρεί ότι οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά αρκεί να εξασφαλιστεί η σωστή οικονομικοκοινωνική διαχείριση. Στο μελλοντικό κόσμο του Σαίν Σιμόν οι άνθρωποι δε θα επιβάλλονται ο ένας τον άλλο αλλά θα αλληλοσυμπληρώνονται. Το κράτος δεν θα έχει λόγο ύπαρξης. Οι άνθρωποι δεν θα υπακούουν σε κάποια «δοσμένη» κυρίαρχη εξουσία, αλλά σε άτομα του εργασιακού τους χώρου με «ιδιαίτερα φυσικά προσόντα». Πρέπει να σημειώσουμε ότι η αντίληψη αυτή σηματοδοτεί το πέρασμα από την κυβέρνηση προσώπων στη διαχείριση πραγμάτων, μια αντίληψη η οποία επέδρασε σημαντικά στη σοσιαλιστική σκέψη (Μολύβας 2002. σελ. 142).
Ο Σαίν Σιμόν δημιούργησε ένα πολύ σημαντικό ρεύμα. Οι οπαδοί του πλησίασαν ακόμα περισσότερο τον «επιστημονικό σοσιαλισμό» του Μαρξ, καταγγέλλοντας τις ανισότητες που δημιουργούσε η καπιταλιστική εκμετάλλευση και υπερασπιζόμενοι την κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας και την ισότητα των φύλων. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσαν στη σεξουαλική απελευθέρωση (Μολύβας 2002, σελ.143), θεωρώντας ότι ο ιουδαιοχριστιανισμός είχε υποβιβάσει το γυναικείο φύλο, συνδέοντας το με την αμαρτία. Η κοινωνική τους κριτική αντιμετώπισε με εχθρικό τρόπο τόσο τις Μαλθουσιανές θεωρίες, όσο και το οικονομικό σύστημα του Lessez faire.



β) Ο Σαρλ Φουριέ.
Οι θεωρίες του Φουριέ ξεκινούσαν με την διαπίστωση των κοινωνικών δεινών που προέρχονταν από την βιομηχανική αλλά και εμπορική κοινωνική οργάνωση. Ο Φουριέ ήταν ηδονιστής: Απώτερος στόχος των θεωριών του ήταν να οργανώσει κατά τέτοιο τρόπο την κοινωνία ούτως ώστε να μπορούν να ικανοποιηθούν όλα τα πάθη του ανθρώπου. Στη θεωρητική του σύλληψη, το υπάρχον πολιτιστικό οικοδόμημα έπρεπε να ανατραπεί γιατί στηριζόταν σε σαθρά θεμέλια. Τα ανθρώπινα πάθη και οι επιθυμίες θα έπρεπες απελευθερωθούν από τις πολιτισμικές αλυσίδες. Όμως από τον Φουριέ απουσιάζει η ταξική ανάλυση που θα συναντήσουμε στο μαρξισμό. Η κοινωνική διάκριση δεν γίνεται ούτε μεταξύ πλούσιων και φτωχών ούτε μεταξύ προλετάριων και εργοδοτών. Ουσιαστικά καταπιεσμένοι είναι αυτοί που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τα πάθη τους, ασχέτως σε ποια τάξη ανήκουν ( βλ, Μολύβα 2002, σελ146).
Μια μεγάλη ομοιότητα που θα συναντήσουμε μεταξύ των θεωριών του Φουριέ και των θεωρητικών του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι ο τρόπος με τον οποίον αναλαμβάνεται ο πρώτος την εργασία ως δραστηριότητα. Για τον Φουριέ η εργασία πρέπει να είναι μια ευχάριστη δραστηριότητα. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να παραμένει στην ίδια δραστηριότητα πάνω από μια ώρα. Η ποικιλία αυτή είναι που θα δημιουργεί το απαραίτητο ενδιαφέρον για την εργασία. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Φουριέ δεν προτείνει κάποια μορφή ρύθμισης των ιδιοκτησιακών ανισοτήτων, θεωρεί ότι με την ελεύθερη ικανοποίηση των απολαύσεων κανείς δεν θα αδικείται ακόμα και αν υπάρχει άνιση κατανομή πλούτου ή ιδιοκτησίας. Ο Γ.Μολύβας ( Μολύβας 2002. σελ.146) θεωρεί ότι το θεωρητικό κατασκεύασμα του Φουριέ είναι συμβατό με οποιοδήποτε σύστημα πολιτικής διακυβέρνησης. Στο σημείο αυτό η διαφορά του με το μαρξισμό είναι έντονη μιας και ο δεύτερος αντιλαμβάνεται τον κοινωνικό μετασχηματισμό συνδεδεμένο με συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα.



γ) Ο Ρόμπερτ Όυυεν.
Ο Όουεν ήταν ίσως αυτός, από τους τρείς διανοητές που εξετάζουμε, που επηρέασε περισσότερο τους θιασώτες του επιστημονικού σοσιαλισμού. Σύμφωνα με τον Ένγκελς (Ένγκελς Φρ. 1975, σελ.69), ο Όουεν είχε αφομοιώσει την διδασκαλία των υλιστών του διαφωτισμού. Έτσι λοιπόν θεωρούσε ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες του περιβάλλοντος που ζει. Έτσι συνέδεσε την αντιπαραγωγικότητα και την ανηθικότητα των εργατών, με τις συνθήκες διαβίωσης τους, τις οποίες προσπάθησε να βελτιώσει. Τα πρώτα αποτελέσματα υπήρξαν θεαματικά. Ο ίδιος ο Μαρξ θα αντλήσει στοιχεία από τον Όουεν προκειμένου να καταδείξει την ανωτερότητα του καπιταλισμού σε σχέση με τις προηγούμενες μορφές οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Επιπροσθέτως, ο Μαρξ θα βρει ένα ιδεολογικό σύμμαχο στις απόψεις του περί κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά και της θετικής ενέργειας, στον ανθρώπινο χαρακτήρα, που απορρέει από τη συλλογική προσπάθεια(Μολυβάς 2002, σελ. 147). Πέραν όμως τούτου ο Όουεν θα εκφράσει και καθαρά κομμουνιστικές απόψεις. Ο Ένγκελς αναφέρει (Ένγκελς 1975, σελ.71 - 72) ότι ο Οουεν πίστευε ότι τρία εμπόδια ήταν αυτά που ορθώνονταν απέναντι από την κοινωνική μεταρρύθμιση. Η ατομική ιδιοκτησία, η θρησκεία και η τότε μορφή του γάμου. Για τον Ένγκελς, ο Όουεν πλήρωσε ακριβά αυτές του τις απόψεις, όπως δείχνει η κατοπινή του πορεία (οικονομική καταστροφή κτλ). Όμως επισημαίνει ότι, ότι πρόοδοι έγιναν στον κοινωνικό τομέα, υπέρ των εργατών στην Αγγλία, συνδέονται με το όνομα του Όουεν







2) Η ΣΧΕΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΟΥΤΟΠΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ.
Θεμελιωτής του επιστημονικού σοσιαλισμού θα πρέπει να θεωρηθεί ο
Καρλ Μαρξ. Τόσο αυτός όσο και ο ομοϊδεάτης και προστάτης του, Φρίντριχ
Ένγκελς. συνέγραψαν τα κυριότερα από τα θεωρητικά κείμενα του ιδεολογικού
αυτού ρεύματος. Σύμφωνα με τον Γ. Μολύβα (Μολύβας 2002, σελ. 149), η
μαρξιστική σκέψη υπήρξε μια γόνιμη σύζευξη τριών πολύ σημαντικών πνευματικών παραγόντων. Της φιλοσοφίας του Χέγκελ, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας και των ιδεών του ουτοπικού σοσιαλισμού. Ο ουτοπικός σοσιαλισμός (που μας ενδιαφέρει για την παρούσα εργασία) αποτελούσε τον κύριο ρεύμα μέσα από το οποίο εκφράστηκε η δυσαρέσκεια απέναντι στα δεινά που επεφύλασσε για το προλεταριάτο η βιομηχανική κοινωνία του 19ου αιώνα.
Ο Μαρξ χρωστάει πολλά από τα στοιχεία της κοινωνικής του ανάλυσης στις ιδέες των πρώιμων σοσιαλιστών. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η ιδέα περί κοινοκτημοσύνης της ιδιοκτησίας που βρίσκεται στις θεωρίες των ουτοπιστών σοσιαλιστών, θα αποτελέσουν για τον Μαρξ το συστατικό στοιχείο του κομμουνιστικού ιδεώδους. Από την άλλη πλευρά τα σπέρματα των μαρξιστικών ιδεών περί «βάσης» και «εποικοδομήματος», βρίσκονται στις θεωρίες του Σαίν Σιμόν, όπως αναφέρει ο Ένγκελς ( Ένγκελς Φρ. 1975, σελ. 65). Πέραν τούτου και η μαρξιστική ιδέα της «αλλοτρίωσης» είναι δανεισμένη από τις ιδέες του Όουεν ο οποίος είχε αντιληφθεί τα αποτελέσματα του καταμερισμού της εργασίας. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τον τρόπο που οι Μαρξ - Ένγκελς περιγράφουν τα αποτελέσματα του καταμερισμού της εργασίας στη «Γερμανική Ιδεολογία» (ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ -ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ 1997, σελ.80- 81).
Γενικά πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι από ότι δείχνει στο«Ουτοπιστικος Σοσιαλισμός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός» ο Ένγκελς φαίνεται να θαυμάζει την κριτική στάση και την επιθυμία για κοινωνικό μετασχηματισμό των ουτοπιστών σοσιαλιστών. Επίσης οι Μαρξ και Ένγκελς (Μαρξ Κ., Ένγκελς Φρ., 1978. σελ.61-62) εξαίρουν τα κριτικά στοιχεία των πρώιμων σοσιαλιστών. Θεωρούν ότι κτυπούν όλες τις βάσεις της βιομηχανικής κοινωνίας και προσφέρουν πολύτιμο υλικό για το διαφωτισμό των εργατών. Οι θέσεις τους όμως για την κατάργηση της αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου, την κατάργηση της οικογένειας και του ατομικού κέρδους, τη μετατροπή του κράτους σε διαχειριστή της παραγωγής, σκοπό έχουν μόνο την εξάλειψη της ταξικής σύγκρουσης. Γιαυτό και θεωρούν ότι οι θέσεις αυτές έχουν ουτοπικό χαρακτήρα. Οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού θα επικρίνουν αυτόν ακριβώς τον ουτοπικό χαρακτήρα του πρώιμου σοσιαλισμού. θεωρούν ότι ουτοπιστές αδυνατούν να αποδώσουν στο προλεταριάτο τον ιστορικό ρόλο που του αντιστοιχεί. Για αυτούς η εργατική τάξη υφίσταται μόνο ως η τάξη που υποφέρει περισσότερο (Μαρξ Κ... Ένγκελς Φρ., 1978, σελ.60). Έτσι λοιπόν οι οραματισμοί τους για καλυτέρευση αφορούν ολόκληρη την κοινωνία, ακόμη και τις ευκατάστατες τάξεις. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αποκλείουν κάθε πολιτική και ιδιαίτερα κάθε επαναστατική δράση. Οι Μαρξ - Ένγκελς θεωρούν ότι η ουτοπική αυτή σύλληψη οφείλεται στο γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι ανεξέλικτο αυτή την εποχή*.



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Οι ουτοπιστές σοσιαλιστές είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ότι η αφθονία που υπόσχεται η βιομηχανική κοινωνία, δημιουργεί και αναπαράγει ανισότητες. Ο τρόπος με τον οποίο εντοπίζουν και αναλύουν τις κύριες αιτίες αυτών των ανισοτήτων ομοιάζουν σε αρκετά σημεία με τις αναλύσεις των θεωρητικών του επιστημονικού σοσιαλισμού. Παράγοντες όπως την κοινοκτημοσύνη, τον αντικληρικαλισμό, την αλλοτρίωση κ.τ.λ. θα τους βρούμε αργότερα και στις αναλύσεις των Μαρς και Ένγκελς. Υπό την έννοια αυτή λοιπόν οι δύο παραδόσεις (ουτοπική- επιστημονική) φαίνεται να έχουν μια άμεση σχέση. Η πρώτη κληροδότησε στην δεύτερη αρκετά όπλα από το ιδεολογικό της οπλοστάσιο. Όμως οι θιασώτες του επιστημονικού σοσιαλισμού θα επισυνάψουν στους πρώιμους σοσιαλιστές το γεγονός ότι από τις αναλύσεις τους απουσιάζει κυρίως η ιστορική ανάλυση και η απόδοση του ιστορικού ρόλου στις δύο κυρίαρχες τάξεις (προλεταριάτο- αστική τάξη). Υπό αυτή την έννοια θα θεωρήσουν τα θεωρητικά τους σχήματα (αλλά και τις προσπάθειες πρακτικής εφαρμογής τους) σαν ουτοπίες.


*Πρέπει να σημειώσουμε εδώ κάτι που έχουμε επισημάνει από την αρχή. Νεότεροι μαρξιστές μελετητές φαίνονται να διαφοροποιούνται από αυτή τη θέση. Ο Hobsbawm αναφέρει ότι ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, το εργατικό κίνημα και ταξική συνείδηση και ταξική φιλοδοξία είχε (E. J. Hobsbawm 2002, σελ. 296).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ι) Γ. ΜΟΛΥΒΑΣ, Φιλελεύθερος Ριζοσπαστισμός και Επαναστατικά Κινήματα κατά τον ΙΘ' αιώνα, Ε.Α.Π, Πάτρα 2002. /
2) Ε.J. ΗΟΒSBAWM, Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ 1789-1848, Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 2002. /
3) Ένγκελς Φρ.. Ουτοπιστικός Σοσιαλισμός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα 1975. /
4) Μαρς Κ.-Ένγκελς Φρ., Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978. /
5) ΚΑΡΑ ΜΑΡΞ – ΦΡ. ΕΓΚΕΛΣ Η Γερμανική Ιδεολογία, μτφ Κ. Φιλίνη, GUTENBERG,Αθήνα 1997

Read more...

  © Blogger template Artsy by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP